Κοινοποιησεις

Cover by Apollonia Saintclair (b&w erotica)

Οταν ξυπνάω το πρωϊ, μη βρίσκοντας κάποιον λόγο να σηκωθώ, χτυπάω το κεφάλι μου στο πάτωμα για να μου απαντήσει κάποιος αλλά ξεχνάω πως κάτω απο το υπόγειο πάντα υπάρχει ένα καινούριο σπίτι κι έτσι οι λέξεις γίνονται βήματα κάποιων άλλων και γελάω ενθυμούμενος εκείνον τον πορνόγερο για όλες τις μέρες που πίστευε πως δεν θα τη βγάλει καθαρή, γελώντας ύστερα με τη σειρά του για όλες τις φορές που το είχε ξαναπει κι αυτός. Μετά το πρώτο τσιγάρο έχεις να παλέψεις δυο καθρέφτες: Ο πρώτος, του μπάνιου, σου υπενθυμίζει ποιός πραγματικά είσαι και είναι συνήθως αντιστρόφως ανάλογος με αυτόν που κοιτάζεσαι έξω στο δρόμο, σε κάποιο στενό της Αθηνάς όπου χθες το βράδυ η ευυπόληπτη κοινωνία αγκομαχούσε πάνω σε βρώμικα σεντόνια στα ξενοδοχεία ημιδιαμονής ενώ ψωνίζε τη θλίψη της σε κάποιο πολυκατάστημα κι ύστερα «ποτάρες» σε premium art bar, καλλιτέχνες, στάρλετ, ζεν πρεμιέ και φίλτρα φωτογραφίας για να δείξουν πόσο ευτυχισμένοι είναι ενώ έξω ο δρόμος μυρίζει πάντα αίμα ή το παίζουν λατέρνατριβ βίντατζερζ πίνοντας δεκάευρα στο Galaxy λες και θέλουν να προφτάσουν μια εποχή που δεν έζησαν γιατί κατά βάθος ξέρουν πως η τωρινή εποχή τους έχει φτύσει κατάμουτρα για το λίγο τους. Το όνομά μου δεν έχει σημασία και τώρα καταλαβαίνω γιατί ο Σαμφόρ έκοψε το λαιμό και τις αρθρώσεις του αφού όπως είχε πει και ο ίδιος :

«Η κοινωνία σκληραίνει την καρδιά των περισσότερων ανθρώπων. Όσοι όμως από φυσικού τους δεν μπορούν να σκληρύνουν τόσο, υποχρεώνονται να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους ένα είδος φτιαχτής αναισθησίας, έτσι ώστε να μην τους πιάνουν κορόιδο ούτε οι άνδρες ούτε οι γυναίκες. Τo αίσθημα που αποκομίζει ένας έντιμος άνθρωπος όταν έχει παραδοθεί μερικές μέρες στην κοινωνία, είναι συνήθως οδύνη και θλίψη. Και το μόνο όφελος είναι ότι νιώθει κανείς ευχαρίστηση όταν αποτραβιέται στην άκρη του.» ( Σαμφόρ, Στοχασμοί, εκδόσεις Στιγμή )

Κάπως έτσι δεν βάζεις μουσική, το 2017 τελειώνει, οι μπάτσοι θα είναι πάντα δολοφόνοι, η κοινωνία υποχείριο μιας κατ’ επίφαση αστικής δημοκρατίας, οι ναρκέμποροι τώρα εφοπλιστές, οι προμηθευτές όπλων βουλευτές, κι οι πολίτες στο κάτω κάτω θα «τρελαίνονται για ένα ακόμα καλύτερο γαμήσι» όπως είχε πει κι ο Ζελιαναίος.

Μόνο που μετά απο αυτή τη μεγάλη βόλτα στα πέριξ, το τέλος του χρόνου θα με βρει μια ακόμη χρονια στις φυλακές, ενώ η πόλη θα γιορτάζει έναν χρόνο πιο κοντά στο γαμημένο τέλος της που προσπαθεί αρρωστημένα να αποφύγει σκοτώνοντας έναν έναν απο μας.

Μια χρονιά ακόμα έξω απο τις φυλακές, για τους ξεχασμένους.

Μια χρονια ακόμα έξω απο τα νοσοκομεία, για τους ταλαιπωρημένους.

Μια χρονια ακόμα στο δρόμο για τους διάφανους.

Μια ακόμη χρονιά που αναγνωρίζω το τέρας μέσα μου… κι επιλέγω να μην είμαι, αφού στο τέλος ξέρω πως μισώ τους ανθρώπους γιατί πίστεψα πολύ σε αυτούς… κι ελπίζω ακόμα σε «μια κουβέρτα διπλή μες στο ανθρώπινο χιόνι» κι αυτό να είναι κάτι που είπε η Ζησάκη, η παρηγοριά να βρίσκεις τα βήματα σου στις λέξεις των άλλων.

Είδες πώς τα φέρνει ρε ;