Κοινοποιησεις

 

Πρώτο, το τούλινο σάλι της
γλίστρησε εύκολα από τους ώμους της κι απόμεινε
στην πλάτη της ξύλινης καρέκλας.

Και το μπονέ της,
ο φιόγκος λύθηκε μ´ ένα ελαφρό τράβηγμα.

Μετά το μακρύ λευκό φόρεμα, πολύ πιο
δύσκολη υπόθεση με τα φιλντισένια
κουμπιά ως χαμηλά στη πλάτη,
τόσο μικρά και πάμπολλα θαρρείς ατέλειωτα
μέχρι να ανοίξουν τα χέρια μου το ρούχο,
σαν τον κολυμβητή που σκίζει το νερό,
και γλιστρά μέσα.

Θα θέλεις να μάθεις
ότι εκείνη στεκόταν
στο ανοιχτό παράθυρο στο επάνω δωμάτιο,
ακίνητη, με ορθάνοιχτα μάτια,
να κοιτάζει έξω στον κήπο με τα οπωροφόρα
το λευκό φόρεμα να λιμνάζει στα πόδια της
στα φαρδιά σανίδια του σκληρού πατώματος.

Το πολύπλοκο των γυναικείων εσωρούχων
στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα
δεν ξεπερνιέται
κι εγώ συνέχιζα σαν εξερευνητής των πόλων
ανάμεσα σε σούστες, κόπιτσες, κορδόνια,
κόμπους, κορδέλες και μπανέλες,
να πλέω προς το παγόβουνο της γύμνιας της.

Αργότερα, σημείωσα κάπου
πως ήταν σα να ίππευα κύκνο μέσα στη νύχτα,
μα, βέβαια, δεν μπορώ να σου τα πω όλα-
πώς έκλεισε τα μάτια προς τον κήπο,
πώς χύθηκαν τα μαλλιά της χωρίς φουρκέτες,
πώς έπεφταν αιφνίδιες σιωπές
όποτε μιλούσαμε.

Αυτό που μπορώ να σου πω είναι
πόσο τρομερά ήσυχα ήταν στο Άμερστ
εκείνο το απόγευμα του Σαββάτου,
τίποτα μόνο ένα αμάξι πέρναγε από το σπίτι,
μια μύγα βούιζε στο τζάμι στο ένα παράθυρο.

Έτσι μπορούσα να ακούω καθαρά την ανάσα της
καθώς ξεκούμπωνα την πάνω πάνω
κόπιτσα του κορσέ της

και τον αναστεναγμό της όταν τελικά χαλάρωσε,
όπως μερικοί αναγνώστες αναστενάζουν σα νιώσουν
πως η Ελπίδα έχει φτερά,
η λογική είναι μια σανίδα,
η ζωή είναι ένα γεμάτο όπλο
που κοιτάζει καταπάνω σου μ´ ένα κίτρινο μάτι