Κοινοποιησεις

 

ΜΕΣ στης Southampton Street την ομίχλη, που χλωμή και
βαριά σερνόταν, βλέπω μια μανάβισσα να
τραβάει… πλανόδια.. μια καρότσα. Στέκω, σαν να
με τρώει η αγωνία, να δω (εκεί, αμίλητος) αν βγήκε
στο φως εκείνο που ‘ψαχνα καιρό. Μπροστά μου

πουλιούνταν πορτοκάλια… ώ, ναι, πορτοκαλάκια!
Τις χούφτες χώνω μες στις τσέπες, στα ψιλά μου –
ζεστές, σαν να βαράγαν ώρες παλαμάκια!
Κι εκεί οπού, πιάνοντας τις πέννες, τα σελίνια,
κοιτάζω την τιμή στο ταμπελλάκι πάνω
με καρβουνομπογιά γραμμένη μαύρη,
σφυρίζω αδιάφορα. Μπορεί, βεβαίως, στη φτήνεια
ναν τα ‘χε, μα μια πίκρα τότε ήρθε να ‘βρει
τον Μπέρτ. Δεν είσαι εδώ. Ψ ώ ν ι α για ποιόν να κάνω;…

.