Κοινοποιησεις

— M’ έχει βαρύνει το ποτό κι απόψε.
Αυτή ’ναι η τελευταία μου παρτίδα.
— Δώσε μου τα χαρτιά. Μοιράζω. Κόψε.
Τσιπ. — Κι εκατό. — Κι άλλα εκατό. — Τα είδα.
— Διαβάσατε τί γράφει η εφημερίδα ;
Σκοτώσαν τη Γαβριέλλα· βράδυ Τρίτης.
Έφυγε για να βρει κι αυτή πατρίδα.
Να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.
— Την πήδηξα. . . λοιπόν, το εξηνταδύο.
— Πεντακόσια. Για σκέψου, ήμουν παιδάκι
τότε. — Θα μπω. Σκαστός από τ’ Ωδείο
( η μάνα επέμενε να πάω )∙ λιγάκι
δείλιασα όταν πρωτόειδα το φωτάκι
κόκκινο και μουντό. Μα το κορμί της. . .
Θεέ μου, τώρα το λιώνει το σαράκι.
Μα ας πάει στους ουρανούς με το μουνί της.
— Εμπρός, συγκεντρωθείτε. Ανοίγω φύλλο.
— Πάσο. Κι εγώ το πρώτο μου γαμήσι
το ’κανα στης Γαβριέλλας. Μ’ έναν φίλο
τον Πέτρο. — Ρέστα μου. — Την έχεις στήσει.
Πάσο ταχέως. — Τα βλέπω. Κάποια δύση
την πήρα, του πενήντα. Νά, η μορφή της !
και ντάμες τρεις. Καρέ. Σ’ έχω κερδίσει.
Θα πάω στους ουρανούς μες στο μουνί της.
Κυρά των εκκλησιών και των μπουρδέλων,
σεβάσου την αρχόντισσα Γαβριέλλα∙
κι ευδόκησε στις τάξεις των αγγέλων
ν’ αριθμηθεί. Ως λαλεί μικρός προφήτης
και καταπαύει την επίγεια τρέλα,
να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

(Το Βιβλίο της Μαριάννας, 1993)