Κοινοποιησεις
 
Ξάπλωνα μόνη σε υγρά παγκάκια
Γιομάτα αγάπες και συνθήματα
Ατόφια ποιήματα
 
Σε τούτα τα παγκάκια κάθε άστεγος
Βρήκε ζεστασιά σ’ αγνώστων λόγια
Ηρώων μοιρολόγια
 
Κούρνιαζα στα κρύα μαδέρια τους
Διάβαζα κάθε γράμμα, κάθε έρωτα
Βράδια ατελείωτα
 
Συντροφιά μου είχα δυο σκυλιά
Την Σαπφώ και τον Καβάφη
Αγάπη κι ιχνηλάτρη
 
Ξέμειναν άστοργα στα χέρια μου
Από όσους έφυγαν στο δάκρυ
Ζωής γινάτι
 
Στα μουδιασμένα δάχτυλα μου
Είχα έναν μπούσουλα και μια πένα
Πορεία άγνωστη
 
Στα μπαγκάζια μου, ένα βιβλίο
Και μια εικόνα της Παναγίας
Κόρης ντουνιάς
 
Πλάι μου μια ολάνθιστη προτομή
Κι ένας ματωμένος σουγιάς
Χούντας φονιάς
 
Οι διαβάτες χλομοί και άκαρδοι
Απόστροφο κι οκνό το βλέμμα
Της ζήσης φλέμα
 
Διάλεξα την μέρα να κοιμάμαι
Για να μην αντικρίζω την ασχήμια
Την δίποδη βλαστήμια
 
Τις νύχτες πάντρευα τα λόγια
βιβλίο και σκαλίσματα
Ψυχής κεντρίσματα
 
Τα δάκρυα μου πότιζαν τις λέξεις
Για να αντέξουν το πέρασμα στον χρόνο
Μόνη στον πόνο
 
Με τ’ ακροδάχτυλα σαν τις άγγιζα
Ο νους μου έπλαθε εικόνες
Τρελούς χειμώνες
 
Έσκιζα τις σελίδες του βιβλίου
Ταίριαζα τα ασκάλιστα λόγια
Όμορφα χρόνια
 
Διαδηλωτές φώναζαν συνθήματα
Παιδεία κι απορρίμματα
Ελευθερίας θύματα
 
Μπάτσοι ξυπνούσαν τ’ όνειρο μου
Τα χημικά θαμπώναν το σταυρό μου
Πλαστά τα δάκρυα
 
Παπάδες μου απλώναν το χέρι
Μα εγώ δεν το φιλούσα
Καρφιά αποζητούσα
 
Πολιτικοί μοιράζαν ψηφοδέλτια
Λαμόγια που με λέρωναν
Καθίκωναν τον χρόνο
 
Παράπλευρα οι άδειες σύριγγες
Και δύο τρελοί να μονολογούν
Λεύτερα είδωλα
 
Κάθε νυχτιά η ίδια ρουτίνα
Της πόλης άτοπο το κρίμα
Βρώμικο χρήμα
 
Μα απόψε όλα μυρίζαν θάνατο
Ο δρομικός μουσικός έπαιζε κάποιο πένθιμο εμβατήριο
Μια ντόπια γιαγιά έπαιρνε φαγητό από σταυρούς με αγκυλώσεις
Κάποιος Σύριος θαρρώ, χάζευε το πιο λαμπρό αστέρι τ’ ουρανού,
χωμένος μέσα σε έναν μπλε κάδο.
Δυο παιδικά μάτια με πόδια γυμνά και βλέμμα ανείρευτο με κοιτούσαν επίμονα.
Μια μάνα μαντηλοφόρα θρηνούσε για κάποιο πνιγμό.
Μια διμοιρία παρατασώταν κυκλώνοντας ερήμους δρόμους.
Οι φοιτητές με τα μυαλά πίσω από τα κάγκελα μοδίζανε συνθήματα.
Μια ομάδα με κρυμμένα πρόσωπα σακοφορτωμένη, έτοιμοι για δική.
Κι εγώ στο παγκάκι να μαντρώνω τις σκέψεις μου με τον σουγιά.
Τότε ξέσπασαν καπνοί και Φωτιές, γυαλιά σπασμένα και κραυγές.
Τώρα ο μπλε κάδος είχε τυλιχθεί στις φλόγες.
Τα παιδικά μάτια έκλαιγαν, η μάνα έβγαλε την μαντίλα και δάγκωσε τα χείλη της, η γιαγιά, πάνω στον πανικό, σκόνταψε κι έπεσε.
Ήταν η ώρα που έφτασαν οι καραφλοί κι άρχισαν να κλωτσούν με μανία ένα πεσμένο κορμί και κάποια μαντίλα.
Τα γκλοπ των ΜΑΤ με πήραν ξώφαλτσα και ξέσπασαν πάνω στα φτιαγμένα κορμιά που παραπατούσαν.
Ο μουσικός ασταμάτητα να παίζει όλο και πιο γοργά το “είμαστε δύο”
Οι φοιτητές να φωνάζουν ψωμί, παιδιά, ελευθερία κρατώντας σακουλάκια ταχυφαγείου, γκουγκλάροντας σε δαγκωμένο μήλο “Εδώ Πολυτεχνείο”.
Κι εγώ να σκαλίζω με τον σουγιά το παγκάκι, κυνηγώντας τον χρόνο.
Λίγα λόγια μου έμεναν ακόμα για να τελειώσω, από το βιβλίο είχε μείνει σχεδόν μονάχα το εξώφυλλο και μια, δυο αράδες.
Η ένταση ολοένα και μεγάλωνε, μέσα μου, γύρω μου, η ατμόσφαιρα αποπνικτική, η ορατότητα σχεδόν μηδενική. Χμμμ και πότε δεν ήταν έτσι; διερωτήθηκα και συνέχισα να κεντάω μανιωδώς με τον σουγιά μου τις λέξεις.
Τότε ένιωσα φασαρία πίσω μου, κάπου στα δυο μέτρα θα ήταν, έβλεπα μονάχα σκιές, πολλές σκιές και άκουγα λόγια:
-Τι είσαι εσύ ρε;
(πολλές φωνές, σχεδόν ουρλιάζοντας ρωτούσαν.)
-Είμαι φοιτητής, τυχαία βρέθηκα εδώ, να αυτός, αυτός εκεί στο παγκάκι κρατάει μαχαίρι, εγώ απλά περνούσα.
Ξάφνου όλα πάγωσαν, ένοιωσα χιλιάδες ζευγάρια μάτια να με κυκλώνουν γύρω.
Η ατμόσφαιρα άρχιζε να καθαρίζει κι εγώ χάραζα την τελευταία μου λέξη “Λοίσθια”.
Είχα καταφέρει να ανταμώσω όλους όσους γράψανε σε τούτο το παγκάκι, να ολοκληρώσω την αλήθεια τους.
Για πρώτη φορά ήμουν τόσο γεμάτη που άρχισα επιτέλους να γελάω, γεμάτη ικανοποίηση μα και ειρωνεία.
Τότε όλοι όσοι φαγώνονταν ώρα τώρα , γίνανε ένα και χύμηξαν πάνω μου.
Τα μάτια μου άστραψαν καθώς αντίκρισαν τούτη την αλλόκοτη αδελφότητα .
Πριν προλάβουν να με φτάσουν έστρεψα το μαχαίρι πάνω μου, να σκοτώσω το κακό για να λυτρώσω το σκαλιστό παγκάκι κι εμένα από την παράνοια αυτού του λαού.
Εξάλλου…
Δεν με έφερε κάποια κρίση εδώ
Μα η αλληλεγγύη της λαμογιάς
Φτηνός παράς.
.
(Cover: Isabel Miramontes)