Κοινοποιησεις
 
Η πρώτη αυτοκτονία είναι μοναδική.
Πάντα σε ρωτάνε αν ήταν ατύχημα
ή αμετάκλητη απόφαση να πεθάνεις.
Σου χώνουν ένα σωληνάκι στη μύτη,
με δύναμη,
ώστε να πονέσεις,
και να μάθεις να μην αναστατώνεις τη γειτονιά.
Καθώς ξεκινάς να εξηγείς πως
ο-θάνατος-πράγματι-φαινόταν-η-μόνη-διέξοδος
ή ότι το έκανες
για-να-καταστρέψεις-τον άντρα-και-την-οικογένειά-σου,
σου έχουν ήδη γυρίσει την πλάτη
και παρακολουθούν τον διάφανο σωλήνα
μέσα στον οποίο παρελαύνει το τελευταίο σου γεύμα.
Στοιχηματίζουν αν είναι νούγιες ή τηγανητό ρύζι.
Ο εφημερεύων γιατρός αποφαίνεται ανένδοτα:
είναι τριμμένο καρότο.
«Αηδία», λέει η νοσοκόμα με τα μεγάλα χείλη.
Με ξαπόστειλαν κακήν κακώς,
μιας και κανείς δεν κέρδισε το στοίχημα.
Ο ορός απορροφήθηκε γρήγορα
και δέκα λεπτά αργότερα
ήμουν πίσω στο σπίτι.
Πουθενά χώρος για να κλάψω
ή χρόνος για να νιώσω κρύο ή τρόμο.
Τους ανθρώπους δεν τους ενδιαφέρει ο θάνατος από υπερβολική αγάπη.
Παιδικά καμώματα,
λένε,
λες κι αυτοκτονούν παιδιά κάθε μέρα.
Έψαξα αυτό το απόσπασμα απ’ τον Χάμετ:
δεν θα πω λέξη για τη ζωή σου
στα βιβλία μου,
αν μπορέσω να τ’ αποφύγω.
 
(Από το περιοδικό Τεφλόν | Μετάφραση: kyoko kishida)