Κοινοποιησεις

Μην πιστεύεις πως τάχα τα γατάκια που αγαπιούνται,
που τα τάισες χαμένα από τη μάνα τους,
τα χάιδεψες, τα μεγάλωσες,
τ’ άφησες να χαρούν τη ζέστη του σπιτιού –
μην πιστεύεις
πως τάχα «φεύγουνε μια μέρα για περιπέτεια»,
πως «ξαναγυρνάνε», «ύστερα από καιρό»,
καμμιά φορά.

Δε φεύγουν αυτά…
Τα πατάνε αυτοκίνητα,
τ’ αλέθουνε σκουπιδοφάγοι,
καθώς δεν πρόλαβαν τα άταχτα
να πηδήσουν έξω απ’ τον κάδο,
τα ’χουνε σκυλιά κατασπαράξει,
έχουνε ψοφήσει μόνα κι αβοήθητα
σ’ άγνωστες ασφάλτους
να! εδώ, λίγο παραπάνω,
(που δεν έφτασες ρωτώντας),
σφαδάζουν σ’ ανατομικά τραπέζια,
στερημένα κι απ’ τη λύπη σου,
που τα γιάτρεψες φυλακισμένα στο κλουβί
να θρέψει το σπασμένο πόδι τους,
που δεν τα στείρωσες,
να μη χάσουν τη χαρά της ζωής τους,
δεν τα καταδίκασες να ζήσουν στη μονιά σου,
να δεν τ’ αγάπησες καθώς σ’ αγάπησαν,
καθώς θέλανε να μην τα ξαναβγάζεις μόνα
έξω απ’ το σπίτι σου,
ξανά στο κρύο, στην παγωνιά, στο χιόνι…
Μην τα πιστεύεις, ψεύτη, αυτά!
Δεν είν’ αυτά σαν και σένα!
«Καρδιά» σαν και σένα
με την τάχα σου «αγάπη»
δεν έχουν –
μα έχουν αλήθια εσένα τον ίδιο,
με το χάδι σου
σ’ αυτό τον κόσμο
τον όλο «δόσεις» ανεξήγητες
γι’ αυτά –
τον όλο «δόσεις»
που κόβονται χωρίς καρδιά,
και ξαναδίνονται χωρίς καρδιά…
που «δεν το σκέφτηκες» ε;
καθώς σε βλέπαν έτσι τρυφερά,
με το δυσκολεμένο από πτερύγιο
στην ακρούλα
δεξί τους μάτι (σκέρτσο τους!)
γι’ αυτό τάχα τα εγκατέλειψε η μάνα τους
τα «βλαμμένα» της
κι έφυγε με τα γερά της παιδιά;
εσύ! εσύ τα ’στειλες στις ρόδες,
στα δόντια των σκυλιών
στους κάδους, στους σκουπιδοφάγους,
στ’ ανάλγητ’ ανατομικά τραπέζια,
στις κλωτσιές των άκαρδων,
στα στόχαστρα των οδηγών
που και τη φόρα δεν κόβουν –
και τα μισούν
που τους κόβουνε τη φόρα!
(δεν τους έχεις δει ποτέ σου, υποκριτή εσύ,
που λες πως χαίρεσαι όταν ο ταύρος
τρυπάει το θεατρίνο «ταυρομάχο»;)
Nαι!
Αυτά δεν έχουν απ’ τη δικιά σου
την ψεύτρα καρδιά!
Αυτά είναι μονάχα,
έτσι μονάχα όπως είναι,
κι έτυχες στο δρόμο τους για λίγο
και σε «δόσεις»
που δεν τα ‘σωσαν
στον άθλιο κόσμο σου
της ρόδας, της φόλας,
του κοπανισμένου του γιαλού
μες τον κιμά –
της «αγάπης σε δόσεις»,
της «αδιαφορίας σε δόσεις»
Αυτά δεν έχουν «δόσεις».
Είναι μοναχά.
Μήτε να σου νιαουρίσουνε μπορούνε πια,
βραχνοχαδιάρικα,
ξαπλωμένα εκεί σε κάποιον άσφαλτο,
σα να κοιμούνται…
Γλύτωσαν
κι απ’ τη μοναξιά που τα τάιζες
κ’ εσύ σε δόσεις
– άκαρδε! «Σε δόσεις»!