Κοινοποιησεις

Ένα κλωνάρι από λεβάντα, πλάι στο προσκεφάλι μου ακουμπούσα .
Πάντα δίπλα στα γυαλιά μου, στο κομοδίνο απάνω.
Άγουρα ψηλαφίζοντας το πρωί την όραση μου, να το αγγίζω με τις άκρες των δαχτύλων μου.
Μια τζούρα άνοιξης να βάλω στα ρουθούνια μου.
Ν’ αρχινήσει η μέρα μ’ ένα φρέσκο χαμόγελο.

“Κοροϊδεύεις τελικά ευκολότερα τον εαυτό σου από ότι οι άλλοι εσένα.”

Τα χνώτα απ’ το ποτό και απ’ το τσιγάρο απλώς μασκάρευα.
Ιδρώτα πάνω στον ιδρώτα που έζεχνε απελπισία και μια μεθυσμένη μαλακία.
Κατουρημένα μπατζάκια, κηλίδες αλκοόλ και ο θάνατος μιας μέρας ακόμα σε μισογεμάτο κρεββάτι.

Μυρίζει άσχημα η ζωή που χαραμίζεται.
Ούτε το άρωμα του πρωινού ψημένου καφέ, δε ξεποτίζει τη μυρωδιά τούτη.

Και να ήταν μονάχα η λεβάντα;
Απάνω στο τραπέζι της κουζίνας, με τσάϊ στολισμένο, ένα κασπώ δαντελωτό είχα αφημένο, για να ταΐζεται ο νους. Μια κίτρινη μπερζέρα στη γωνιά του σαλονιού, απάνω στο μπορντώ μωσαϊκό, να ξαποσταίνει η σκέψη κι ένα βαζάκι με λουλάκι στην άκρη του νιπτήρα, λευκά να κάνει τα όνειρα μου, ξεπλένοντας τις μύχιες ονειρώξεις μου.

Μικρές παγίδες του μυαλού στήνουμε συνεχώς.

Όμορφες φαινομενικά εικόνες, καθημερινές επαναλαμβανόμενες καταστάσεις.
Ελπίζουμε πως οι συνειρμοί που θα μας δημιουργήσουν, θα μας πάνε μέχρι το τέλος της μέρας, άθιχτους από την αλήθεια.
Τραγούδια ερινύας όμως είναι.
Παρασυρόμαστε και ξεχνάμε εντέλει τη θλιβερή πραγματικότητα.

Και η αλήθεια δυστυχώς δεν έρχεται σε δόσεις.

Όταν η λεβάντα έχασε το άρωμα της και η μυρωδιά της τελευταίας νύχτας έγινε πνικτική, είδα το τοίχο πίσω από εκείνο το κασπώ να ξεφλουδίζει.
Και το λουλάκι αντί λευκά να κάνει τα όνειρα μου, μωβ πένθιμη μουτζούρα, μόνιμη να γίνεται.
Τελικά ξαπόσταινα σε θρόνο κίτρινο, χρώμα του μίσους.

Και όταν πια δεν άντεχα να βλέπω πέραν από εκείνο το ματσάκι τσάϊ, γυμνό αντίκρισα μπροστά μου το τραπέζι και μου ενθύμισε, πως αν τη μπουκιά μου δε μοιράζομαι , η μοναξιά μου σφίγγει το στομάχι.
Και όταν το λουλάκι σώθηκε, τ’ άδεια βράδια μου, γέμισαν εφιάλτες.
Σ’ αυτούς πιο καθαρά από ποτέ, τα λάθη μου, αμείλικτα καθρεφτιζόντουσαν.
Πως να κάτσω πλέον να σκεφτώ σ’ εκείνη την μπερζέρα, όταν αποσπάσματα συνέχεια συλλογιόμουν, από μια ζωή που ξεγλιστρούσε.
Μια ιστορία ολόκληρη δεν είχα να διηγηθώ, να πω για προσευχή πριν πέσω στο κρεββάτι.

Καταλήγουμε να φτιάχνουμε μια ζωή γεμάτη από παγίδες μεγαλύτερες από τις μικρές γωνίες του σπιτιού μας.
Ιστοί από ανασφάλειες και φόβους υφασμένοι.
Δέσμιοι προβληματικών σχέσεων, σκέψεων μόνιμων προβλημάτων.
Μα δεν είναι οι γύρω μας το θέμα.
Εμείς στήνουμε τις παγίδες μας και μόνοι μας μέσα πέφτουμε.
Τελικά, από τον εαυτό μας ψάχνουμε να ξεφύγουμε.

Μέχρι τότε, θα συνεχίσουμε να πλάθουμε μικρές παγίδες στο μυαλό μας.

Σήμερα μύρισε άνοιξη, άνθη λεμονιάς να βρω για να στολίσω.

Μια μέρα λοιπόν θα χαραμίσω, ακόμα.

Προηγούμενο άρθροΤο πρώτο λεπτομερές στιγμιότυπο της αντιγραφής του DNA
Επόμενο άρθροΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΗ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ!
ΘΑΝΑΣΗΣ ΞΕΝΟΣ
Γεννήθηκα και συνεχίζω να γεννιέμαι κάθε χρόνο στην πόλη της Αθήνας ανακαλύπτοντας στενάκια αχαρτογράφητα. Στα νέα Της στέκια ξαναβαφτίζομαι σε τζιν σκέτο και μεταλαμβάνω με χύμα ούζο και μεζέδες με μπούκοβο. Σπούδασα οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και ακόμα ασχολούμαι με αριθμούς αφού τα βράδια συνεχίζω να μετρώ τα αστέρια. Μεγαλώνοτας με τα παραμύθια του παππού μου και με καραμέλες μανταρίνι και βούτυρο που μου έδινε κρυφά δεν επέλεξα αλλά έγινα ονειροπόλος. Θεωρώ τελικά πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια καλή ιστορία να σου διηγηθούν αρκεί να είσαι πρόθυμος να ακούσεις.