Κοινοποιησεις
 
Εκεί μας έστελνε η ζωή μας το πρωί.
Εκεί στο άπειρο,
σε μια κουκκίδα απέραντου
να φτάνουμε.
 
Με τη ραχοκοκαλιά μας ακουμπισμένη
στην αύρα των κυμάτων,
μίλια μακριά από Λωτοφάγους
και Ιθάκες.
 
Εδώ θα ζούμε,
οι γυναίκες έκαναν πως έκλαιγαν,
εμείς να βρίζουμε,
κοροϊδεύοντας τους πόθους μας
και να πετάμε στη γαλήνη αναθέματα.
Δήθεν απόγνωση,
μια δήθεν φυλακή.
 
Όσο για εκείνη που σου μίλαγα η θάλασσα,
μόνο η ψυχή μας την κατάντησε αγρίμι.
 
Και φταίξαμε.
 
Μη μας λυπάσαι εμάς τους ναυαγούς.
Εμείς θελήσαμε να μείνουμε αμέτοχοι.
 
Στις βαθιές του νησιού τις ρυτίδες ανταμώναμε
τα βρεγμένα με απληστία κουφάρια μας.
 
Και κρίμα αδερφέ μου, θα πεις
τα παρθένα νερά να είναι εκδίκηση,
η αντανάκλαση του ίδιου μας εαυτού,
το πράσινο που ξέβαφε στα χέρια των παιδιών
ενώ εμείς μαθαίναμε σφυρίγματα αδιάφορα.
 
Και κρίμα αδερφέ μου.
Μα όχι!
 
Ούτε θεός μας άξιζε, ούτε αδερφός.
Μόνο κάποια χρώματα πάνω σε χάντρες
και μικρά καθρεφτάκια
για να’ χουμε να λέμε πως πάλι,
κάποιοι άλλοι ήρθαν να μας ξεγελάσουν.

(Από την συλλογή: “νοῦς νεκρός ἐν τῇ γενέσει τοῦ” | Εκδόσεις Διάνυσμα | 2016)