Κοινοποιησεις

Ν.Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ

“Καθόταν δίπλα ο ένας στον άλλο. Έβλεπαν, αντιλαμβανόντουσαν με τις αισθήσεις, αμοιβαία, ο καθένας την ατομική μορφή του άλλου. Κύμα θερμότητας αναπτυσσόταν και τους συνέδεε. Κρατώντας το χέρι της και φιλώντας το, ένιωθε πως κρατούσε μια χούφτα γιασεμιά. Εκείνη ένιωθε σαν να τη φυσούσε από τη θάλασσα ο αέρας που φέρνει τα σύννεφα της βροχής και ο καιρός αλλάζει, γίνεταιυγρός. Η μορφή της λάβαινε υγρότητα κάτω από το βλέμμα του. ο θαυμασμός του, που την απαιτούσε λαίμαργα, την έκανε να χάνει τη στερεότητα της. Όλο το σχήμα της δεν ήταν παρά όσο κρατούσε ο άντρας στο χέρι του.
Για παρόμοιες στιγμές ευχαρίστησης, ικανοποίησης και ηδονής, όπως κοινολογείται, ζουν οι άνθρωποι, προσπαθώντας με όλους τους δυνατούς τρόπους, με τη λογική και τη φαντασία να τις κερδίσουν, ονομάζοντας ευτυχία τη σύμπτωση ευνοϊκών ορών, που στον κατόπι χρόνο του βίου δεν ανατρέπονται, παρασέρνοντας τις ευοίωνες υποθέσεις που καθ’ έξη κάνει ο εγκέφαλος, κατά τις ως άνω ευχάριστες στιγμές. Επειδή μεταχειρίζομαι την έκφραση εκείνος και εκείνη για τα δύο πρόσωπα, δεν πρέπει κανείς να υποθέσει ότι αποτελούν άπλα σχήματα λόγου. Είναι αληθινά πρόσωπα, ζουν και κινούνται. Απόδειξη, το γεγονός που συνέβηκε στον άντρα και δεν μπορεί παρά να έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη γυναίκα, έστω κι αν δεν το αντιλήφθηκε σαφώς.
Τη στιγμή ακριβώς της ευτυχίας που περιγράψαμε, εκείνος αντιλήφθηκε ότι κάτι περπατούσε στο λαιμό του, όπως λεν ότι νιώθει την τριχιά στο λαιμό του ο κακούργος κι όταν ακόμα δεν τον έχουν πιάσει. Ένιωσε κάτι που φέρνει ανατριχιατίδα. Δεν επρόκειτο όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση για κάτι το φανταστικό και εκ παραισθήσεως. Ήταν ένα από κείνα τα παράσιτα, που καθώς έχουμε συνηθίσει να τα σιχαινόμαστε, προκαλούν νευρική φαγούρα και μόνο με το απλό άκουσμα του χαρακτηριστικού ονόματος των. Ψείρα.
Ταλαιπωρημένος στη ζωή του ο εν λόγω άντρας, καθώς είχε φτάσει πια σ’ ένα σημείο, οπού μπορούσε να πιστεύει, ότι απ’ αυτού και πέρα θα του επιτρεπόταν ν’ αναπνέει ελευθερώτερα, δεν τα ‘χασε ώστε εκείνη να τον αντιληφθεί. Δεν διέκοψε τις ερωτικές διαχύσεις. Πήρε απλώς το ζωύφιο και το πάτησε στον τοίχο. Γέλασε μόνον ελαφρά εκεί που της έλεγε με θέρμη ότι κοντά της ξεχνά τον θάνατο, γιατί του ήρθε στο νου η γνωστή παρατήρηση, ότι οι ψείρες εγκαταλείπουν τους νεκρούς. Άρα λοιπόν ο ίδιος ήταν ζωντανός συνεπέρανε. Εκείνη η ώρα έτσι πέρασε. Τη νύχτα όμως, την ώρα που ο καθένας αναπαύεται, αυτός ξαφνικά ξύπνησε. Η προσπάθεια που ‘χε κάμει ήταν πολύ μεγάλη, ώστε να μην αναταραχτεί το υποσυνείδητο, τακτοποιώντας σε ονειρικές παραστάσεις το άτυχες επεισόδιο. Άγρυπνος, σκεφτόταν στην αρχή κάπως συγκεχυμένα.
Διερωτιόταν αν εκείνη το είχε αντιληφθεί. Αν το αντιλήφθηκε γιατί δεν αντέδρασε; Μήπως γιατί έχει μια εντελώς σχετική ιδέα περί καθαριότητος; Δεν την πειράζει λοιπόν να είναι βρωμιάρης; Ο ίδιος όμως θίγεται και τον παραπειράζει να μην μπορεί να θεωρείται πεντακάθαρος. «Η καθαριότης είναι η καλλίστη των στολών, και κατά της ασθενείας είναι μέγας προμαχών». Ποιος άνθρωπος είναι δυνατόν να μην έχει ως ιδανικό σήμερα την καθαριότητα; Ίσως ορισμένοι πρωτόγονοι. Άλλα κι αυτών η αντίληψη δε λέει πολλά, εφ’ όσον εξελισσόμενοι προτιμούν την καθαριότητα. Άρα η καθαριότητα είναι σαφώς το καλύτερο που όλοι προτιμούν. Δε γίνεται αλλιώς. Πώς είναι δυνατόν εκείνη να αποτελεί εξαίρεση; Έπειτα, ποιος της έδωκε το δικαίωμα, λόγω ενός τυχαίου άτυχους συμβάντος, να μπορεί να τον χαρακτηρίσει ως βρωμιάρη; Δικαιολογημένα βέβαια μπορούσε να αποτροπιαστεί μια στιγμή, άλλα δεν ήταν λόγος εξ αιτίας αυτού και μόνο να τον χαρακτηρίσει άσχημα. Του ‘τυχε λόγω του ποικίλου καθημερινού συγχρωτισμού. Μήπως μέσα στις φυλακές; Μήπως οι στρατιώτες στον πόλεμο; Τα ορφανά στα φτωχά τους σπίτια, δεν πιάνουν ψείρες; Είναι λόγος να σιχαθούμε για κάτι τέτοιο όλο τον κόσμο; Φέρτε νερό στις βρύσες κι ο κόσμος πλένεται. Δηλαδή, άμα κανένας πάθει κάτι, πρέπει ν’ απελπίζεται ότι θα ‘βρει γιατρειά; Ούτε δικό του φυσικό είναι να κατεβάζει ψείρες, ούτε του αλλουνού να είναι καθαρός. Άλλωστε είχε πλυθεί και πλένεται ταχτικά. Τυχαία κόλλησε το παράσιτο απάνω του. Όπως ακριβώς κολλά μια αρρώστια. Μήπως έπρεπε να υποθέσει ότι από συμπόνια στην αρρώστια του δεν αντέδρασε η γυναίκα; Δεν του ‘ρχόταν καλά. Συμπονούσε τους αρρώστους, τους αναξιοπαθούντας, αλλά από μακριά. Λαμβάνουμε προφυλάξεις για το σώμα. Το σώμα της όμως ακριβώς ήθελε κοντά του. Αν πάλι μια βαθύτερη αντίληψη της επέτρεπε να τον πλησιάζει, παρ’ όλο ότι τον θεωρούσε άρρωστο; Αναφέρεται ότι μια χριστιανή βασίλισσα του Μεσαίωνα εξακολουθούσε να συναντάται ερωτικά με τον σύζυγο, που το άρρωστο σώμα του, από την εδώ ακόμη ζωή, είχε σαπίσει. Ηρωική εξαίρεση. Πώς θα μπορούσε ο ίδιος να σταθεί κοντά της όλες τις καθημερινές ήμερες μιας ζωής; Αισθανόταν ότι θα ‘πρεπε να φτάσει σε ένταση παραφροσύνης. Εν συνεχεία οι σκέψεις του άλλαξαν κατεύθυνση. Υπέθεσε ότι εκείνη το είχε αντιληφθεί, αλλά πολύ σωστά το απέδωσε σε ατύχημα, όπως άλλωστε και ήταν. Έτσι, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τον θεωρούσε καθαρότατο. Τότε όμως πώς κατόρθωσε να συγκρατηθεί και να μην αντιδράσει; Το απρόοπτο έπρεπε να της προκαλέσει κάποιον κλονισμό. Λοιπόν, επειδή δεν αντέδρασε, θα μπορούσε να της προσάψει κανείς τη μομφή, το ίδιο όπως στην περίπτωση που δεν θα το είχε αντιληφθεί, ότι της λείπει η ευαισθησία, πράγμα που τη μείωνε στα μάτια του και δεν το ήθελε. Κλονιζόταν το αίσθημα ασφαλείας στη σχέση τους. Τώρα ξεγελασμένη παραμένει κοντά του. Αύριο πώς μπορούσε να ‘ξερε αν αγανακτώντας με κάτι άλλο απρόβλεπτο δε θα τον παρατούσε; Του ήταν αδύνατο να προβλέψει τις αντιδράσεις της αντίκρυ σε κάθε περίπτωση εισβολής του τυχαίου. Θα κατάφερνε κάθε φορά να μην της γίνεται αντιληπτή η δημιουργουμένη κατάσταση; Θα είχε εκείνη την αντοχή και ως πότε να μην αντιδρά άσκημα υπομένοντας τον; Κυκεών σκέψεων τον όποιο γεύθηκε η αρχαία Δήμητρα, μοιραζόμενη την κόρη της με τον Άδη. Με μισοξυπνημένο μυαλό σκέφθηκε να επικαλεσθεί το Θεό, ώστε να τεθεί κάποια τάξη στους συλλογισμούς του. Το μετάνιωσε, καθώς ήθελε τη σχέση μεταξύ των δυο τους καθαρή από κάθε άλλη παρέμβαση πραγματικής παρουσίας ή θεωρητικής. Σκέφτηκε ότι το καλύτερο θα ‘ταν να πάει να την εύρει. Θα της διηγόταν επακριβώς όλη την περιπέτεια του με την ψείρα. Από κοντά θα την πληροφορούσε για όλες τις αδυναμίες του. Αν εκείνη, ξέροντας την αλήθεια, αποφάσιζε να μείνει κοντά του, θα ήταν πια σίγουρος ότι μπορούσε να βασιστεί σ’ αυτή. Ευθύς ένιωσε με την απόφαση του ανακούφιση. Άλλα, αναλογιζόμενος ακολούθως ότι της ζητούσε πολλά και της έδινε μεγάλο βάρος, κατάλαβε ότι η απόφαση του σήμαινε τελικά διώξιμο. Ούτε μια μάνα, συνεπέρανε, μπορεί να υπομείνει όλο το βάρος του παιδιού της, παραπάνω από τους εννιά μήνες που ‘ναι μέσα στην κοιλιά. Μετά που η ζωή κάθε μορφής ξεχωρίζει, θρηνεί και δέρνεται βλέποντας επί του μαρτυρικού σταυρού το τέκνο της. Με σαστισμένο από τη δυστυχία νου ικετεύει τον λαβόντα σάρκα: «Δός μοι Λόγον, Λόγε». Δε μπορούμε, σκέφτηκε, ζώντας να καταθλίβουμε όσους μας αγαπούν, μ’ όλο το πραγματικό βάρος του νεκρού. Κρύβοντας μέσα του την αίσθηση του πεθαμένου όπως την αντιλαμβανόταν, άλλαξε απόφαση. Δε θα της έλεγε τίποτα. Θα προσπαθούσε να τη συγκρατήσει κοντά του, όσο θ’ άντεχε εκείνη και εκείνος στα κατά βάση ψευδή. Όσο αντέχουν τα λουλούδια και τα γιασεμιά. Επειδή τόσο γρήγορα μαραίνονται, δεν είναι λόγος κανείς να τ’ αρνηθεί ως ψεύτικα. Ίσια-ίσια με λουλούδια πάρα πολλά στολίζουν τους νεκρούς.
Όταν ξημέρωσε, σηκώθηκε, πλύθηκε και ντύθηκε. Στο δρόμο πηγαίνοντας προσπαθούσε να καταπολεμήσει τη βαριά μελαγχολία που του αφήκαν οι νυκτερινοί του συλλογισμοί. Ένα αίσθημα εξουθενωτικής αβεβαιότητας όσον άφορα τη ζωή. Παρατηρώντας το μόχθο ενός μυρμηγκιού για ένα σπυρί σιτάρι προσπαθούσε να παρηγορηθεί με τις έννοιες της δουλειάς, επιμονής και υπομονής. Θα ξανακέρδιζε την ευδαιμονία των συναντήσεων τους, λογάριαζε. Πέρασαν χρόνια και δεν αντάμωσαν από κοντά να φιληθούν.
Πρώτη έκδοση από τον Ίκαρο το 1970 στον τόμο «Συνοδεία – Πεζογραφήματα 1936-1968]