Κοινοποιησεις

 

Έχει δειπνήσει μιλώντας
Με την τηλεόραση,
έχει πιεί
Καφέ και μπράντυ,
έπλυνε
Τα πιάτα και παρασύρθηκε μέσα
Κι έξω από τον ύπνο μ’ ένα βιβλίο
Που βρήκε δίπλα στον καναπέ.
Είναι ώρα
Να πάει στο κρεβάτι,
αλλά εκείνη αντίθετα
Πηγαίνει στη μπροστινή πόρτα,
την ξεκλειδώνει,
Και βηματίζει πάνω στη βεράντα.
Πίσω της μπορεί μόνο ν’ ακούσει
Τη σιωπή του σπιτιού.
Τα φώτα
Ρίχνουν τη σκιά της κάτω στα σκαλιά
Και πάνω στη χλόη,
και περπατά
Προσεχτικά να τη συναντήσει.
Τώρα
Στέκεται στην πελώρια,
ψιθυριστή
Αρένα της νύχτας,
ακούγοντας
Την ίδια της την ανάσα να αποσπάται
Απ’ αυτήν σαν τις κραυγές ενός ζώου.
Μπορούσε να συνεχίσει να προχωρά μέσα
Σ’ οτιδήποτε η σκοτεινιά φέρνει,
Μπορούσε να βρει μια παρουσία εκεί
Που τα τρεμάμενα χέρια της να πάρουν
Και να κρατήσουν,
αντί το ένα το άλλο.