Κοινοποιησεις

«Ἐρημικά, σωπαίνουν,
πρωτογνώριστα μέρη,
οἱ σκάλες, τὰ δωμάτια.
Οὔτε κανεὶς πιὰ ξέρει
ἂν πάλι θ᾿ ἀνατείλουν
τὰ παιδικά σου μάτια.»

Κώστας Καρυωτάκης – Ωδή σ’ ένα παιδάκι

Μια σκέψη περίεργη, τα βράδια επιστρέφοντας σπίτι, σε συντροφεύει το τελευταίο καιρό.
Πως φυλακή και καταφύγιο, θα είναι για πάντα το παιδικό σου δωμάτιο.

Από το πατρικό σου όταν καμία φορά περνούσες, δειλά άνοιγες και έμπαινες να εξερευνήσεις το δωμάτιό σου το παλιό.
Κανά δυο αναμνήσεις έβαζες στο κασετόφωνο του μυαλού να παίζουν, πριν κλείσεις ξανά το φως.

Στο ξύλινο πάτωμα, μπορούσες και διέκρινες καθαρά την μεσημεριανή αναστάτωση που προκαλούσαν οι πολύχρωμοι βόλοι σου, όταν γλιστρούσαν νωρίτερα της ώρας τους από τις παλάμες σου.
Ποτέ δε δέχτηκες πως το πλήγωναν, αλλά πως ψίχουλα σμίλευες, το δρόμο σου να βρεις, αν κάποτε θελήσεις.

Μετρούσες επίσης, με τούτο τον τρόπο, τα όρια των κοντινών σου.
Ανακάλυψες πόσους βόλους αντέχει το μεσημέρι της Κυριακής, μέχρι να σπάσει. Έτσι κάπως έμαθες να μετράς και τους ανθρώπους.
Ανυπόφορη γίνεται όμως η ζωή, όταν τελικά επιλέγεις να είσαι μ’ αυτούς που σου βγαίνουν απλώς «περισσότεροι».

Και όταν μετά από χρόνια, σιχάθηκες να μετράς και η κόπωση της ενήλικης σκέψης καταβρόχθισε την καθημερινότητά σου, ήθελες απλώς, μόνο να νοιώθεις.

Μια τελευταία φορά ψηλάφισες τα ψίχουλα σ’ εκείνο το πάτωμα, καταλήγοντας στη γωνιά που είχες χαράξει μια μικρή, στραβή γραμμή, που μόνο αν πλησίαζες πολύ, μπορούσες να τη δεις.
Ήταν το κέντρο του κόσμου σου.

Σ’ εκείνο το σημείο, αμέτρητες φορές είχε φυτέψει ο νους, σημαίες από τις κατακτήσεις και τους πλανήτες που κούρσευες.
Κουλουριάστηκες εκεί και ανάσανες.

Αποκοιμήθηκες, όπως όταν σκέπαζες ολόκληρο το κεφάλι σου κι άφηνες μια μικρή τρύπα στην κουβέρτα, ίσα να παίρνεις λίγο αέρα.
Σα να έφτιαχνες κέλυφος ήταν.

Προστάτευες τα όνειρά σου, κανένας να μη στ’ αρπάξει.
Να ξυπνήσεις το πρωί και να τ’ αραδιάσεις σε κάθε βήμα σου μπροστά.

Μα όταν ξύπνησες και ξεκουρνιάστηκες από εκείνη τη γωνιά, θυμήθηκες πως τελικά τα όνειρά σου είχες φυλακίσει σ’ αυτό το δωμάτιο.
Ανάμεσα στις σελίδες βαρετών βιβλίων, ξεθώριαζε μέρα με τη μέρα η φαντασία σου και τα σχέδιά σου για το πως θα μείνεις για πάντα παιδί.

Σηκώθηκες απότομα και σ’ ένα κουτί, έκλεισες όλες τις αναμνήσεις σου μαζί μ’ εκείνες τις στραβοφτιαγμένες χειροτεχνίες που είχες βγάλει για λίγο απ’ το συρτάρι σου.
Ποτέ δε σε στεναχώρησε που ήταν στραβές.
Στραβά πως λόγιζες τον κόσμο σου προσάπτανε και πως ο δρόμος σου ευθύς πρέπει να είναι, ποτέ λοξά μη ρίχνεις τη ματιά σου μάθανε.
Αυτό σε πλήγωνε περισσότερο, πως δεν πήρες τη ζωή όπως ήθελες, λοξά.

Τραβώντας πια μόνιμα πίσω την πόρτα, ένα βόλο μονάχα, βαθιά στη τσέπη έβαλες να σου θυμίζει πως ποτέ δεν είναι αργά να κυνηγήσεις τα παιδικά σου όνειρα.

Να σου θυμίζει, ότι πάντα θα υπάρχει ένα παιδί μέσα σου, που θα προτιμάει να σπάει την ησυχία της Κυριακής παρά να μένει σιωπηλό.

Προηγούμενο άρθρο5ο Καλοκαιρινό Καλλιτεχνικό Camp από τις Μορφές Έκφρασης
Επόμενο άρθροSteve Jobs (2015)
ΘΑΝΑΣΗΣ ΞΕΝΟΣ
Γεννήθηκα και συνεχίζω να γεννιέμαι κάθε χρόνο στην πόλη της Αθήνας ανακαλύπτοντας στενάκια αχαρτογράφητα. Στα νέα Της στέκια ξαναβαφτίζομαι σε τζιν σκέτο και μεταλαμβάνω με χύμα ούζο και μεζέδες με μπούκοβο. Σπούδασα οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και ακόμα ασχολούμαι με αριθμούς αφού τα βράδια συνεχίζω να μετρώ τα αστέρια. Μεγαλώνοτας με τα παραμύθια του παππού μου και με καραμέλες μανταρίνι και βούτυρο που μου έδινε κρυφά δεν επέλεξα αλλά έγινα ονειροπόλος. Θεωρώ τελικά πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια καλή ιστορία να σου διηγηθούν αρκεί να είσαι πρόθυμος να ακούσεις.