Κοινοποιησεις

 

Πέρασε ο καιρός των μεγάλων έργων
χάθηκαν στον χρόνο τα ταλέντα
και οι στοχαστές ρεμβάζουν
πολτό αναμασημένων ιδεών
ζωντάνεψαν αλλιώτικα θηρία
σθένος δεν έχει πλέον χέρι
μαχαίρι να γυρίσει
σε κανενός βολεμένου
μπάσταρδου την καρδιά
αρκεί να έχει ένα δεκάρικο στην τσέπη
για ν’ αγοράσει καπνό
καφέ

  • με ένα και εξήντα αγοράζεις αριστουργήματα

σε κούπες μίας χρήσεως –

και τα ρέστα δεύτερο χέρι
ποίηση από πανέρι
Ναυαρίνου με Τσιμισκή.
Γράφουν οι ποιητές
λένε οι λογάδες
όλο πλαδαρά λόγια
χοντρά
μυρμηγκιάζουν την ράχη μου
οι τεμπέληδες
οι δοξασμένοι
πάνω σε μια κατουρημένη
φωλιά από ξεραμένες δάφνες
παροπλισμένο λουμπεναριό
δεν φτουράει πια για να φτιάξει
ούτε καν ένα περιθώριο
της προκοπής
ένα ριμάδι στρίφωμα
πάνω στο όνειρο
ας είναι και παλιό
ας είναι και κλεμμένο
αλλουνού όνειρο
αρκεί με μια σακοράφα να
το στριφώσουμε απάνω μας
αλλά νωθροί
στενάζουν πάνω στην αισθαντικότητά τους
οι ποιητές με τις παχιές
τις λέξεις
και τα λεπτά, σαν τρίχα,
νοήματα
με τους αποστειρωμένους έρωτες
– τι το κακό έχει το «μουνί»;
στην τιμιότητα περίσσιο είναι
ενός αιδοίου-
και την ξοφλημένη ιδεολογία
που κρατούν κονδυλοφόρους
με φούντα στην κορυφή
αντί να ακονίζουν ξίφος
λόγχη
βιοτριολικές εκρήξεις
και να βουτούν
τις γλώσσες τους σε καυστική ποτάσα.
Τους ξεχέζω
τους φτύνω
αυτούς τους ποιητές
κι όταν κανείς ως τέτοιος μου συστήνεται
νοιώθω εὐθύς αποστροφή
και ίχνη ντροπής
για την χειραψία
που χουφτώνει το πλαδαρό
του χέρι.
Μα αρκετά
πέρασαν τα σαρανταπέντε δευτερόλεπτα
τον πάγωσαν κιόλας
«Πόσο είπατε;»
Ω! Μα τι να τους κάνω τους ποιητές;
Στις μέρες μας αγοράζεις
ένα σωστό ποίημα
να ευφρανθεί η ψυχή σου
με μόλις
ένα και εξήντα.
Κι όλο χαμόγελα είναι τα παιδιά,
όλο χαμόγελα!

Προηγούμενο άρθρο“Έν”
Επόμενο άρθροΝίκος Καββαδίας | Ποιητής
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980. Σε ηλικία έξι (6) ετών εντυπωσίασε γονείς και δασκάλους αναδομώντας πλήρως την νεοελληνική ορθογραφία και δημιουργώντας πληθώρα νέων λέξεων από ήδη υπάρχουσες όπως η λέξη «σπήτι» και το ρήμα «πέζο» . Η διεθνής λογοτεχνική κοινότητα τον χαρακτήρισε ως τον «μεγαλύτερο εν ζωή λογοπλάστη» Δεν αρκέστηκε όμως σ’ αυτό. Σε ηλικία 8 ετών κατάφερε να συντάξει έκθεση με θέμα «πως πέρασα το καλοκαίρι» και να περιγράψει σαράντα πέντε (45) μέρες παραθερισμού σε εννιά (9) μόνο σειρές, εκ των οποίων η τελευταία ήταν η εξής: «Τρίτη ήταν που το θάψαμε». Το κείμενο έδωσε νέα ώθηση στο ρεύμα του αφαιρετικού υπερρεαλισμού και συνεχιζει να εμπνέει ακόμα και σήμερα χιλιάδες συγγραφείς παγκοσμίως. Παρά τη φήμη του, μεγάλωσε σχεδόν νορμάλ, πέρασε από τα σύνορα της νεότητας σχεδόν ολοκληρωτικά, βιοπορίστηκε σε διάφορους τομείς σχεδον με επιτυχία και ερωτεύτηκε παράφορα (χωρίς σχεδόν). Ζει από επιλογή στον κόσμο τον δικό του αλλά δέχεται συχνά επισκέπτες. Που και που γράφει για ότι βρει ενδιαφέρον. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ό-Ντέι: Το φετίχ της καρδιάς» κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις ΟΞΥ. Το δεύτερο κυκλοφορεί στις 17/12/2018