Κοινοποιησεις

…ο Rufous καμπουριάζει, οι τρίχες του στη ράχη σηκώνονται, νιαουρίζει αγριεμένος· κάτι διαισθάνεται το ζώο· τον αρπάζω – χωρίς να ξέρω γιατί – και φεύγω τρέχοντας·

«έι! άσε κάτω τον γάτο μου!» φωνάζει θυμωμένη η Laila· αλλόφρων, πετάγομαι στο δρόμο με το γάτο κάτω απ’ την καπαρντίνα μου· δεν τρέχω με τη θέλησή μου – τρέχω παρά τη θέλησή μου· δεν ορίζω το σώμα μου – δεν είναι δικό μου· μια άγνωστη δύναμη το έχει καταλάβει και υποχρεώνει τα πόδια μου να κινούνται γρήγορα, πιο γρήγορα απ’ όσο μπορώ εγώ να τρέξω· τρέχω πέρα και πάνω απ’ τις δυνάμεις μου· έχω τη εντύπωση ότι ὁ χώρος δημιουργεί ένα σώμα – το σώμα μου – και το τρέχει· δημιουργεί δηλαδή μια σειρά μορφών όπως το ‘Nu Descendant un Escalier’ του Marcel Duchamp, μια ακολουθία μεταβαλλόμενων εκμαγείων όπου εισρέοντας μέσα τους η ρευστή ουσία μου μεταπλάθεται σε ελαφρώς παραλλαγμένες – η επόμενη σε σχέση με την προηγούμενη– διαδοχικές στάσεις, όπως οι συνεχείς φωτογραφίες μιας κινηματογραφικής ταινίας, δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση της κίνησης· αισθάνομαι πίσω μου τον χώρο σαν πελώριο, ωκεάνιο κύμα στην επιφάνεια του οποίου γλιστρώ ορμητικά σαν surfer πασχίζοντας μάταια να σταματήσω, ενώ την ίδια στιγμή από μπροστά με αναρροφά λαίμαργα το κενό· ή μάλλον όχι: δεν είμαι εγώ αυτός που τρέχει· εγώ στέκω ακίνητος μέσα στο ορμητικό ρεύμα τής ζωής –μέσα σ’ ένα χείμαρρο πραγμάτων, ανθρώπων, ήχων, κτιρίων, δρόμων, γεγονότων που έρχονται καταπάνω μου, γλιστρούν πάνω στο δέρμα μου χωρίς να μ’ επηρεάζουν –όπως γλιστρά το νερό στο πτέρωμα της πάπιας χωρίς να το διαποτίζει– συμβάντα, μορφές, ονόματα που περνούν και χάνονται, ενώ το αγριεμένο ποτάμι τού χρόνου κατεβάζει διαρκώς καινούργιες, ανεξάντλητες, ανεξέλεγκτες ποσότητες ζωής· βλέπω να καταφθάνει ορμητικά ο Camden Town Station κι η είσοδός του με καταπίνει αστραπιαία· οι σκάλες ανεβαίνουν και βρίσκομαι στο κάτω σκαλοπάτι· το βαγόνι με χάφτει στο εσωτερικό του από τη συρόμενη πόρτα του· συνωστισμός· η σκοτεινή σήραγγα έρχεται προς το τρένο, γλιστρά γύρω του κι απομακρύνεται πίσω του· οι χαλύβδινες ράγες περνούν από κάτω αναγκάζοντας σε περιστροφή τούς τροχούς με τους οποίους βρίσκονται σ’ επαφή· ο Rufous πηγαινοέρχεται μέσα στην καπαρντίνα μου σαν να γουργουρίζουν τα έντερά μου προσπαθώντας να βγάλει το κεφάλι ανάμεσα από τα κουμπιά· τον σπρώχνω και τον χώνω πάλι μέσα· «μαμά αυτός ο κύριος έκλεψε έναν γάτο· είναι αυτός που κακοποίησε τον κακόμοιρο Atticus της κυρίας Taka Musaka·» λέει ένα αφύσικα πλατυπρόσωπο και κακόβουλο παιδί –ο Callum ο οποίος όταν θα μεγαλώσει θα γίνει σίγουρα ένας πολύ επικίνδυνος εγκληματίας– δείχνοντάς με με το δάχτυλο· «σαν δεν ντρέπεστε, κύριε·» μου λέει η μάνα του· όλο το βαγόνι εν χορώ: «σαν δεν ντρέπεσαι αίσχιστε, σαν δεν ντρέπεσαι,» και φτου! φτου! με φτύνουν από παντού· τα φρένα στριγγλίζουν, η σήραγγα σταματά να περνά γύρω από το τρένο κι οι σιδηροτροχιές ακινητοποιούνται κάτω από τους τροχούς· η εσωτερική πόρτα τού βαγονιού ανοίγει και μπαίνει ο μηχανοδηγός –ένας άντρας με μπλε φόρμα· «κατεβείτε απ’ το τρένο μου αμέσως όλοι·» «μπα σε καλό μας, γιατί;» ρωτούν εύλογα οι επιβάτες· «κάποιος έπεσε στις γραμμές κι αυτοκτόνησε· ως εκ τούτου η συγκοινωνία διεκόπη·» «α, τον μαλάκα! κάθε μέρα τα ίδια· πάλι θα καθυστερήσουμε στις δουλειές μας·» «εμπρός κατεβείτε· θα πάμε όλοι μαζί συντεταγμένοι με τα πόδια στον Mornington Crescent Station,» διατάσσει ο μηχανοδηγός· το βαγόνι μάς ξερνά όλους μαζί έξω από την πόρτα του· στεκόμαστε σιωπηλοί· από μέσα μου: «θ’ αργήσω, θ’ αργήσω!» το έδαφος αρχίζει να κινείται κατ’ απ’ τα πέλματά μας προς τα πίσω· σαν σε διάδρομο άσκησης γυμναστηρίου αναγκαζόμαστε να κινούμε τα πόδια μας για να σταθούμε όρθιοι και να μην πέσουμε· το τρένο απομακρύνονται προς πίσω, η σήραγγα έρχεται και περνά, αγωνιώ να φθάσω –πού άραγε;– κι όσο αγωνιώ τόσο το έδαφος κινείται πιο γρήγορα, κι η αλλόκοτη ομάδα τών ανθρώπων αναγκάζεται να τρέχει μέσα στη σκοτεινή σήραγγα ασθμαίνοντας· το κακεντρεχές, χοντρό παιδί δείχνοντάς με: «να, αυτός μας τρέχει, μαμά·» όλοι μαζί φωνάζοντας: «σταμάτα επιτέλους, άνθρωπε· μας ξεθέωσες! δεν αντέχουμε άλλο· σταμάτα σου λέμε·» αισθάνομαι ένοχος, αισθάνομαι ντροπή, πλησιάζει το καρβουνιασμένο πτώμα τού αυτόχειρα, σφίγγω τον Rufous πάνω μου, ένας πίσω απ’ τον άλλον το υπερπηδάμε σαν αθλητές δρόμου μετ’ εμποδίων, σαν κύμα που σ’ εκείνο το σημείο υψώνεται· αναρωτιέμαι πού θα με οδηγήσει αυτή η σήραγγα του χώρου που καταβροχθίζει το σώμα και το μυαλό μου…

(απόσπασμα)