Κοινοποιησεις
 
Α κακοχρονονάχουνε οι λέξεις
όχι οι λέξεις οι κενές
αλλά αυτές που χαϊδεύουμε και μας χαϊδεύουν προτού κοιμηθούμε
ίσως ο ποταμός
και δεν τον αγάπησα για τα γλυκά νερά του
στον τόπο μου το γλυκό νερό μαζεύεται δάκρυ δάκρυ
ντουμάνιασε από τις λέξεις η κάμαρά μου και πήρα τους
δρόμους και κει που κάθισα στους πάγκους στοιβάχτηκαν από κάτω
και πασαλείβουνται στο πρόσωπό μου και μπλέκουνε μες στα μαλλιά
μου κι έπειτα σα φωτογραφία μ’ έχουνε ακίνητη περιορισμένη ενώ
το πάθος χάνεται και όλο την αυτοκτονία σκέπτουμαι
ακούω ένα τραγούδι φλαμένκο
μα εσύ ποταμέ γιατί δεν είσαι θάλασσα με ορίζοντα και
γιατί χάραξες ένανε δρόμο μόνο υπόσχεσαι όχθες με γυρτά κλαριά
φραμπαλάδες που κεντάς με τις σταγόνες σου και στο Παρίσι
μέσα περνάς μουντά δίχως μια κραυγή δίχως ανταρσία παραιτημένα
το φλαμένκο δεν ακούγεται
πάλι
τα γριγριά αντιλαλούν και
βοήθεια
μάνα μου φοβάμαι
ούτε για φυγή δεν είχα κότσια άλλοτε νόμιζα τη φυγή
ένα μαγκάκι που πηλαλάει μες στη βροχή γιουχάροντας πέρα κει
στο Κρυφοχώρι
ποιο άσμα ξεχειλάει τις παλάμες του να ζήσουμε όπως η
μέρα λέει ΝΑΙ αλλιώς τι χρειάζεται τι χρειάζεται ε βέβαια
μες στις αυλές το καλοκαίρι γέρνει την κεφαλή πίναμε λίγη
ρετσίνα και μεθούσαμε και στάζανε οι χάντρες του κομπολογιού
έρως
θα πεθάνω
έρως
θα πεθάνω
μασουλούσα τα φυλλαράκια της αγριοπιπεριάς ο ήλιος βασίλευε με τα
χλαλοή του δρόμου και τον κονιορτό μα τι σκίζεται έτσι
μες στον λίβα ποιανού τρυφερότητα γδέρνουνε τώρα δε βλέπω τίποτε
αυτή η αλμυρή ουσία στη γλώσσα μου δάκρυα είναι ή
αίμα δεν ξέρω τίποτε άλλο δεν ξέρω να πω παρακάτω

(“Οδυρμός” | Ποιήματα 1944-1985 | Εκδόσεις: Ίκαρος |1989)