Κοινοποιησεις

Ήταν η ώρα του φαγητού σ’ ένα Ελληνικό χωριό έκανε ζέστη απ’ τ’ ανοι-
χτό παράθυρο ακούγαμε τα σταματήματα και τα ξεκινήματα των τζι-
τζικιών όταν αναστατώθηκα από έναν άλλο θόρυβο
ένας άντρας που περπατούσε μπρός στο σπίτι έβηξε κι αυτός ο βήχας
του καπνιστή μου ‘τανε τόσο κοντινός όσο και το θρόισμα του δικού
μου
κορμιού
πως αυτός
μα αυτός είναι ήρθε να ξανασμίξουμε εσύ μου ‘ρχεσαι εσύ μ’ αγα-
πας ακόμα εσύ με γυρεύεις όχι δεν είν’ αλήθεια ναι είναι αλήθεια πρέ-
πει να μάθω ξανά να μην υποψιάζομαι όλα έχω ακόμα το δικαί-
ωμα να πιστεύω στον έρωτα μου για να με ξαναβρεί διέτρεξε όλες
τις αποστάσεις
όλα τ’ απραγματοποίητα
θαμπωμένη από χαρά σηκώνουμαι απ’ το τραπέζι και ορμώ πρός
την είσοδο σταματώ στο κατώφλι της πόρτας
μόλις πρόλαβα να δω έναν άγνωστο μου χωρικό που γύριζε απ’ τα
χτήματα κρατούσε πάνω στον ώμο το φτυάρι του είχε ύφος τέλεια
αποσταμένος.

.
(Από το βιβλίο: ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1944-1985 | Εκδόσεις: ΙΚΑΡΟΣ)