Κοινοποιησεις
 
 
 
Ήταν ένα παγερό μεσημέρι του Φεβρουαρίου, ο αέρας
φυσούσε με μανία, το κρύο ήταν τσουχτερό έξω και οδηγούσα
αμέριμνα και ήρεμα, που και που χάζευα τα γκρίζα σύννεφα
του ουρανού και αναζητούσα να βρέξει.
Στο ραδιόφωνο του αμαξιού έπαιζε δυνατά το τραγούδι
«nightmare».
Ξαφνικά αντικρίζω μπροστά μου ένα πλήθος σταματημένων αυτοκινήτων,
κάπως άτσαλα παρκαρισμένα στην άκρη του δρόμου.
Επικρατεί μεγάλη ένταση, ένας άνδρας γύρω στα 45 στην μέση
του δρόμου, προσπαθούσε να σταματήσει τα διερχόμενα αυτοκίνητα
και να ζητήσει βοήθεια.
Μπροστά στα μάτια μου αντίκριζα έναν εφιάλτη.
Παρκάρω όπως όπως το αυτοκίνητό μου και κατευθύνομαι βιαστικά
προς το πλήθος των συγκεντρωμένων.
Κραυγές άναρθρες πόνου τρυπούσαν τα τύμπανα μου, αναφιλητά,
φόβος, ένταση, κλάματα. Εναλλαγή ανθρώπινων συναισθημάτων από την
μια στιγμή στην άλλη.
Η άκρη του ματιού μου ξαφνικά εντοπίζει μια γυναίκα να κάθεται
στην άκρη του δρόμου με μάτια κλαμένα, κάτασπρη, σχεδόν μισολιπόθυμη,
με το βλέμμα της να αγωνιά και να είναι καρφωμένο στο πλήθος.
Για κάποιον λόγο που αδυνατώ να κατανοήσω το καταραμένο το
ένστικτό μου με οδηγούσε προς εκείνη.
Την πλησίασα, αδυνατούσε να βγάλει ακόμα και μια συλλαβή.
Το βλέμμα μου στην συνέχεια καρφώθηκε στην άκρη του δρόμου,
εκεί που ένα παλικάρι κείτονταν και χαροπάλευε.
Οι αντιδράσεις του ελάχιστες και κανένας μας δεν μπορούσε να
καταλάβει την σοβαρότητα της κατάστασής του.
Το βλέμμα μου επέστρεψε σε αυτήν την αμίλητη γυναίκα.
Τα μάτια της μου έστελναν μηνύματα, λες και ήθελε να
μου εκμυστηρευτεί ένα μυστικό που κρατούσε κρυμμένο από όλους.
Πήγα κοντά της, της κράτησα το χέρι και χωρίς να
μου πει λέξη, έπεσε στην αγκαλιά μου και ένας χείμαρρος
δακρύων ξεχύθηκε μονομιάς από τα καστανά της μάτια.
Οι σειρήνες του ασθενοφόρου ακούγονταν όλο και πιο κοντά μας.
Έγινε η περισυλλογή του τραυματισμένου άνδρα και εκείνη με ικέτεψε
να πάω μαζί της στο νοσοκομείο.
Το ασθενοφόρο μπροστά μας έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα
και εμείς από πίσω του. Το συναίσθημα της αγωνίας και
του φόβου ήταν ορατά στο πρόσωπο της γυναίκας που καθόταν
στο κάθισμα του συνοδηγού, που ούτε το όνομά της δεν γνώριζα.
Έξω από ένα χειρουργείο περιμέναμε αμίλητες ώρες ατελείωτες, εκείνη χωρίς να πιεί ούτε μια γουλιά νερό, μόνο κάπνιζε σαν τρελή.
Όσο πέρναγαν οι ώρες η αγωνία μας κορυφώνονταν.
Το βλέμμα της ήταν θολό και οι δυνάμεις τις άρχιζαν
πλέον να την εγκαταλείπουν. Ήξερε, μάλλον ένιωθε ότι τα πράγματα
εκεί μέσα δεν πάνε καλά.
Και αυτή η αναμονή την σκότωνε αργά αλλά σταθερά.
Μέχρι που η πόρτα άνοιξε και βγήκε εκείνος, που τόση
ώρα έδινε μάχη ανορθόδοξη εκεί μέσα.
Με μάτια βουρκωμένα τις ψιθύρισε «κάναμε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό,
μα δεν τα κατάφερε ούτε εκείνος, ούτε εμείς».
Και εκείνη πλέον καταρρακωμένη, αφού πριν λίγα λεπτά είχε φύγει
από την ζωή ο πολυτιμότερος άνθρωπος για εκείνη βρήκε το
κουράγιο να μου εξομολογηθεί το μεγάλο της μυστικό, που ούτε
εκείνος δεν το είχε μάθει ποτέ: «ήταν ο μονάκριβος μου,
το παιδί της καρδιάς μου, τον πήρα όταν ήταν επτά μηνών.
Και τώρα μου έφυγε τόσο γρήγορα, δεν πρόλαβα να τον χαρώ,
κάποια κακή τύχη μου τον στέρησε.
Αντίο κορίτσι μου και σε ευχαριστώ για όλα».
Αντίο, της είπα και έφυγα με σκυμμένο το κεφάλι.
Σοκαρισμένη προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω το μέγεθος της τραγωδίας της.
Έβαλα μπροστά το αμάξι μου και δεν ήξερα που πηγαίνω.
Προηγούμενο άρθροJames N. Stone | Μπέρδεμα
Επόμενο άρθροΕλένη Νανοπούλου | Θα
ΜΑΡΥΣΑ ΠΑΠΠΑ
Γεννήθηκα στην Αθήνα με καταγωγή από τον νησί των Ιπποτών. Γράφω βιωματικά και παίρνοντας καθημερινές εικόνες από το περιβάλλον μου. Όλο αυτό το χρωστάω σε έναν άντρα μου με εμπνέει για όλα αυτά που κάνω. Στον άντρα της ζωής μου. Έχουμε κοινά όνειρα με στόχο να πραγματοποιηθούν. Διότι το «εμείς» και το «μαζί» είναι από τις πιο ισχυρές λέξεις που υπάρχουν. «Εμείς μαζί» λοιπόν μπορούμε τα πάντα, αρκεί να το θέλουμε. Καλά μας ταξίδια.