Κοινοποιησεις
Εγώ πίστευα σε κόσμους γεμάτους μαγεία.
Σε κόσμους που η έννοια της κακίας, της ζήλιας και
του φθόνου ήταν ανύπαρκτη.
Πίστευα ακόμα ότι υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν και
μπορούν να αγαπούν ανιδιοτελώς.
Πίστευα σε κόσμους που δεν υπάρχουν ανταλλάγματα.
Σε κόσμους που το πάρε-δώσε δεν έχει καμία θέση.
Και ήθελα να ζω μέσα σε αυτόν τον κόσμο.
Ονειρευόμουν αγάπη, αλληλεγγύη και κατανόηση.
Και απογοητεύτηκα.
Με πήρε από το χέρι ο δικός μου άνθρωπος και
θέλησε να με προσγειώσει.
Να με κατεβάσει από εκείνο το ροζ σύννεφο
του δικού μου κόσμου και να μου δείξει την πραγματικότητα.
Και το έκανε.
Ανώμαλη προσγείωση σου λέω.
Ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο έκανα.
“Καλώς ήρθες στον πραγματικό κόσμο” μου είπε.
Και το πως ένιωσα δεν περιγράφεται.
Λες και μου ξερίζωσες το μεγαλύτερο μου όνειρο
για κόσμους καλύτερους.
Απογοητεύτηκα από τους ανθρώπους τόσο πολύ που αναζητούσα
μανιωδώς εισιτήριο επιστροφής για τον ροζ κόσμο μου.
Και ψάχνοντας μέσα μου βρήκα το κουράγιο να
συνυπάρξω με αυτούς αρκεί να μην παρασυρθώ και τους μοιάσω.
Και έκατσα μαζί τους, συναναστράφηκα.
Γνώρισα τις ιδέες τους και ένιωθα σαν ξωτικό.
Περίσσευα και ταυτόχρονα κινδύνευα.
Η μόνη μου ελπίδα οι άνθρωποι του δικού μου κόσμου.
Και δεν ήταν πολλοί αυτοί.
Μετρημένοι στα δάχτυλα ενός χεριού.
Και επέλεξα να ζω σε έναν κόσμο σάπιο παρέα με
τους ανθρώπους-διαμάντια.!