Κοινοποιησεις
 
κι εγώ τη μυρωδιά σου έσερνα
βαριά
μέσα απ’ τη νύχτα
κι είχα τα χέρια μου κομμένα απ’ τους αγκώνες,
και μία σίγουρη φωνή•
είχα κλειδιά
-κλειδιά να δουν τα μάτια σου-
αλλά πώς ρίχνονταν λέει σε κείνο το πηγάδι
ρίχνονταν από ποιόν
 
τότε λοιπόν ερχόσουνα
όπως κανείς γυρνάει καμιά φορά στον εαυτό του
κι έκανες για ν’ ακούσεις
κι έλεγες πως θα έχει πάτο αυτή η πτώση-
μα δεν διακρίναμε•
δεν μας διακρίναμε από τον πάτο
ζωντανούς
και τις φωνές μας που ανεβαίναν σκοτωμένες