Κοινοποιησεις
 
 
Χτες το βράδυ είδα στον ύπνο μου ότι είχα αράξει σε εκείνη τη μωβ – χρυσή πολυθρόνα και χέρια με άγγιζαν παντού. Με χάιδευαν. Παντού.
Άλλα με πάθος και άλλα τρυφερά.
 
Ξαφνικά, χύθηκε κόκκινο φως και είδα και άκουσα φωνή από πολλούς αγγέλους, ο αριθμός τους ήταν μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων. Ένας, ο πιο σαγηνευτικός, λευκός σαν το χιόνι με πλησίασε και μου άπλωσε το χέρι.
– Έλα μαζί μου. Πρέπει να φύγουμε τώρα.
Την ακολούθησα σαν υπνωτισμένη. Με οδήγησε σε ένα δωμάτιο με κατάλευκους τοίχους και έντονη νοσοκομειακή μυρωδιά. Στο βάθος άκουγα κλάματα μωρών σε απόλυτη μουσική αρμονία.
– Βγάλε τα ρούχα σου και φόρα αυτό.
Υπάκουσα και φόρεσα μια χειρουργική ρόμπα που μου έδωσε. Με πήρε στην αγκαλιά της και με τοποθέτησε σε ένα υπερυψωμένο διάφανο κουτί από plexiglass. Στις πλευρές του υπήρχαν έξι ζευγάρια αποστειρωμένα γάντια σαν υποδοχείς.
Πήρε οχτώ καλώδια και τα έχωνε στο δέρμα μου με πίεση. Τα κόκκινα στο κεφάλι. Τα μπλε στην καρδιά. Τα πράσινα στα χέρια και στα πόδια.
 
Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν πως από τις πληγές μου έτρεχε μια μαύρη κολλώδης ουσία που είχε τη γεύση μεταξύ λαδιού και μελάσας. Μόλις τελείωσε με την καλωδίωση μου άνοιξε ένα μόνιτορ από όπου προβάλλονταν σκηνές από τη ζωή μου. Από το «τότε» έως το «τώρα». Τώρα που σας μιλώ.
Άλλες τις είχα ζήσει, άλλες τις είχα σκεφτεί αλλά δεν τόλμησα, άλλες τις είχα ονειρευτεί μα ξύπνησα κι άλλες δεν τις είχα φανταστεί καν! Ή μήπως δεν τις θυμόμουν;
 
Τότε ήταν που άνοιξε μια πόρτα και μπήκαν στο δωμάτιο όλα τα αγαπημένα και οικεία μου πρόσωπα. Αυτοί που πλησίασαν πιο κοντά ήταν η μαμά, ο μπαμπάς, ο αδερφός μου, η κολλητή μου, ο μέντορας μου και Εσύ. Χώσατε τα χέρια σας μέσα στα γάντια-υποδοχείς και αρχίσατε να με αγγίζετε προσεχτικά σαν έκθεμα σε μουσείο.
– Είναι τόσο όμορφη!
– Ευτυχώς που είναι κορίτσι. Να έχουμε κάποιον να μας ξεσκατίσει στα γεράματα.
– Μα γιατί είναι τόσο μικρή και μωβ;
– Προσεχτικά! Μην τη σπάσουμε!
– Θέλω να με κάνεις περήφανο.
– Θέλω να με θέλεις όσο σε θέλω όπως ακριβώς το θέλω να με θέλεις και να το θέλεις.
 
Μη μου πείτε ότι σας κάνει εντύπωση. Ότι δεν έχετε δεχτεί ή δώσει και σεις τέτοιο … άγγιγμα! Μεταξύ σιλικόνης, χεριού, plexiglassκαι καρδιάς;
Όντως δίκιο έχετε. Δεν υπάρχει κανένα άγγιγμα. Μόνο κενό αέρος. Και λίγο … δέρμα να πιαστείς. Αν τα καταφέρεις.
 
Αυτό ήταν το χτεσινό μου όνειρο. Εφιάλτης για κάποιους. Πάω τώρα να χωθώ στη μωβ-χρυσή μου πολυθρόνα. Όποιος θέλει να έρθει, μπορεί. Αλλά με χέρια γυμνά.
Α! Και κάτι τελευταίο. Απαγορεύονται οι άγγελοι.
.
(Cover – Artwork: Jeremy Lipking)