Κοινοποιησεις
Στην προκυμαία
των χάρτινων καραβιών
όπου λησμόνησα
τ’ αγριμιού το χρυσό αυλάκι
κι αφέθηκα
στη γλυκιά σκουριά της αλμύρας,
ξεπλένω τ’ όνειρο
και το θωρώ
σχεδόν όπως τότε
που ο παλμός μου διέπονταν
απ’ τ’ ανέμου το τρικύμισμα
κι η αφή μου
ανάδευε
υακίνθους ατίθασους
περιγελώντας
την οδύνη του θανάτου
 
και τώρα
ακροβατώ
σχεδόν στην άκρη
μιας ανεμώνας
άολπη
κι οσφραίνομαι
τη θωπεία του φόβου
σαν στιγμή αδιάφορη
σ’ όλα τ’ ανώφελα
που χάσκουν
– πιθάρια αδειανά
με σπαθί στον κόρφο –
και κατάχαμα
η ματιά
ακατέργαστη κι άσπιλη
φτεροκοπά
και περισώνει
το χρυσό
π’ αναβλύζει
ξανά και ξανά
 
ανάγλυφα
σώματα
πουλιών
ενσωματώνονται
στην άσαρκη ανάσα
του ημιθανούς χρόνου
και επιδίδονται
σε εναγκαλισμούς χαοτικούς
σε τόπους άχρονους
και απροσπέλαστους
αναζητώντας
θραύσματα
ελλιπούς τρυφερότητας
ηττημένης
κατάστηθα
σε κόμπο
σφηνωμένη
 
και οι φτερούγες
χτυποκάρδι
παλίρροιας ανείπωτης
ξετυλίγονται
σαν χέρια ερωτευμένα
και ερωτοτροπούν
παλλόμενα
προσδίδοντας
γλυκόπιοτες
ριπές κυμάτων
σε άφωνα
βλέφαρα
και ασυνόδευτα