Κοινοποιησεις
 
Κάποτε, θα ήθελα να μάθω
σε ποιο άστρο πηγαίνουν
οι μητέρες που στερήθηκαν.
 
Και στις παλάμες μιας μητέρας
ίσως ένα παιδί κάποτε
να μπορεί να μετρήσει
τους ουρανούς που γίνανε θάλασσα
ή εκείνα τα σύννεφα που ήταν ένα βαρκάκι προς την ευτυχία.
 
Κάποτε – οι θάλασσες –
δεν θα ψιθυρίζουν επικήδειους
– ούτε μοιρολόγια
θα φέρνει ο αέρας από μακριά –
και τα δελφίνια
θα τρέχουν τα χαρμόσυνα νέα
– και απ’ τα χείλη της μάνας
μέχρι την καρδιά
του κάθε παιδιού
θα ακούγονται
παιδικά τραγουδάκια και νανουρίσματα
και τα παιδιά θα ξέρουν
πως μέσα σε ένα τόσο δα τραγουδάκι
χωράει ολόκληρος ο κόσμος.
 
Κάποτε, ο πατέρας
θα βουτάει το παιδί
στη θάλασσα
μονάχα για να βαφτίσει
την ευτυχία του
ή για να σιγουρέψει
πως αυτά τα μάτια
με χρώμα θαλασσί
θα βρίσκονται για πάντα εκεί.
 
“Στα δύο μου χέρια σαν σπουργίτι
και μες στο κρύο απόψε ξενυχτάς
– αυτοί που θα ρωτήσουν
γιατί ανέβηκες στην βάρκα
– αυτοί είναι
που τους λείπει η καρδιά.”