Κοινοποιησεις

Μια γριά τρίβει τα μάτια της
λες και με χάδια επανήλθαν στη ζωή παιδιά.
Ένα λιγνό εβραιόπουλο με το μέτωπο ψηλό,
και σαν ανεμοδαρμένος τοίχος,
προσμένει ακούραστο καθώς ηθοποιοί που εκτινάσσονται
χτυπούν μέσα στα μάτια του τα φωτεινά τους κύμβαλα.
Κι ένα μικρό κορίτσι με καμπούρα
την πλάτη του ισιώνει μ’ ένα αργόσυρτο χαμόγελο.
(φοβάμαι ξανά να το κοιτάξω)

Τότε η θαμπή, φανταχτερή εικόνα ορμάει αίφνης στην οθόνη,
Και ακούω με ήχο διαπεραστικό να κόβεται η ανάσα,
Λες και κάποια παρέα ντροπαλών εγκρατών πνευμάτων
να στεκόταν στον τελευταίο τους παράδεισο.
.
(Από το βιβλίο: Ανθολογία αμερικάνικης ποίησης | επιλογή –
μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς |Εκδόσεις: Ηριδανός)