Κοινοποιησεις

Η Μαίρη Χάρις – “μάνα Τζόουνς” αποτελεί μια από τις πιο θρυλικές
και ηρωικές μορφές του αμερικανικού εργατικού κινήματος.
Συνδικαλίστρια, οργανώτρια, αγωνίστρια, πάλεψε με αποφασιστικότητα
για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης.
Με τα μικρά γυαλάκια της, ύψους μόλις 1.50μ. και
σε ηλικία 60,70,80 έως και 90 ετών, αυτή η μικροκαμωμένη γριούλα
οργώνει όλη την Αμερική, από τη Δύση έως την Ανατολή,
για να οργανώσει τους εργάτες σε σωματεία και να καθοδηγήσει
τις απεργίες τους.
Τα βάζει με μπράβους και πιστολάδες των εταιρειών,
με κυβερνήτες και πολιτικούς, με σερίφηδες και δικαστές
ακόμα και με πουλημένους συνδικαλιστές,
προκειμένου να υπερασπιστεί με πάθος το δίκιο των “αγοριών” της,
των ανθρακωρύχων της Αμερικής.
Γι’ αυτό και τα “αγόρια” της την αποκαλούν “Μάνα”,
όπως και έμεινε γνωστή στην ιστορία.

Η Μαίρη Χάρις γεννήθηκε το 1837 στο Κόρκ της Ιρλανδίας.
Οι γονείς της αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στο Τορόντο
του Καναδά λόγω της πατριωτικής τους δράσης για την απελευθέρωση
της Ιλανδίας. Εργάζετεται ως δασκάλα και ως μοδίστρα.
Το 1861 παντρεύεται τον Τζόρτζ Τζόουνς, συνδικαλιστή του Σωματείου
Σιδηροχυτών και κάνει μαζί του 4 παιδιά.
Όμως σε μια επιδημία κίτρινου πυρετού στο Μέμφις του Τενεσί,
χάνεις μέσα σε λίγες μέρες και τον άντρα της και τα παιδιά της.
Έτσι φεύγει για το Σικάγο και ανοίγει ένα μικρό μοδιστράδικο,
το οποίο καταστρέφεται στην μεγάλη πυρκαγιά του 1871.
Τότε, έρχεται σ επαφή με τους Ιππότες της Εργασίας,
μια εργατική οργάνωση της εποχής και αφιερώνεται ολόψυχα
στο εργατικό κίνημα.

Ταξιδεύει σε όλη τη χώρα και οργανώνει απεργίες και συνδικάτα.
Συμμετέχει στους αγώνες για το οκτάωρο, στην Πρωτομαγιά του 1881
στο Σικάγο, στις μαχητικές απεργίες των ανθρακωρύχων της Πενσυλβάνια,
τις κινητοποιήσεις των σιδηροδρομικών, στην άγρια απεργία στα ορυχεία
του Ροκφέλερ στο Κολοράντο, που οδήγησε στη σφαγή του
Λάντλοου (1914), στη μεγάλη απεργία του Χάλυβα (1919).
Το 1901, φτιάχνει με εργάτριες της Πενσυλβάνια το δικό της “στρατό”
δηλαδή μια γυναικεία πολιτοφυλακή, που με σκούπες και
τηγάνια αντιμετωπίζει την τρομοκρατία των εργοδοτών
και των ένοπλων συμμοριών τους και ενθαρρύνει χιλιάδες ανθρακωρύχους
να γραφτούν μαζικά στο συνδικάτο.

Το 1903, οργανώνει την Πορεία των Παιδιών των εργοστασίων.
Με επικεφαλής την ίδια, σακατεμένα παιδιά – εργάτες κλωστοϋφαντουργών
κάνουν πορεία από το Κένσιγκτον της Πενσυλβάνια έως το σπίτι
του προέδρου Ρούσβελτ, στο Όιστερ Μπέι της Νέας Υόρκης,
καταγγέλλοντας την παιδική εργασία.
Σε ηλικία 76 ετών, κατά την διάρκεια της απεργίας στο
Πέιντ Κρικ- Kάμπιν Κρικ στη Δυτική Βιρτζίνια, συλλαμβάνεται,
δικάζεται για φόνο και καταδικάζεται σε είκοσι χρόνια φυλακή!
Η υπόθεσή της ξεσήκωσε τέτοιο σάλο, που αποφυλακίζεται με
παρέμβαση της Γερουσίας.

Η “πιο επικίνδυνη γυναίκα της Αμερικής” σύμφωνα με τη φράση ενός
δικηγόρου της Δυτικής Βιρτζίνια, πέθανε σε ηλικία 93 ετών
στις 30 Νοεμβρίου του 1930. Στην κηδεία της παραβρέθηκαν
δεκάδες χιλιάδες εργάτες.
Θάφτηκε στο κοιμητήριο των ανθρακωρύχων στο Μάουντ Όλιβ
του Ιλινόις όπως είχε ζητήσει η ίδια.
“Ελπίζω ότι θα έχω παρηγοριά, όταν πεθάνω, πως θα κοιμάμαι
κάτω από την γη μαζί με τα γενναία μου αγόρια”

Και τα γενναία της αγόρια έγραψαν στην ταφόπλακα της:
“Έδωσε τη ζωή της στους Εργάτες και παρέδωσε την ευλογημένη ψυχή της
στους Ουρανούς”

(Αποσπάσματα από τον πρόλογο του Μ. Σάκος για την ΜΑΝΑ ΤΖΟΟΥΝΣ)