Κοινοποιησεις
 
Ο τόπος μου είναι δικός μου, και τίποτα δεν μπορεί
να τον αλλάξει – τα βράχια του, και το γιαλό του,
και τα κύματα με τα πυροφάνια, και τα βουνά
με τις ορθωμένες τους πλαγιές· ο τόπος μου είναι δικόςμου,
κι ας τρέχουν γύρω του γύπες και μέσα του σκουλήκια.
 
Ο τόπος μου είναι δικός μου, και αν το θέλησαν ή δεν το θέλησα
αυτό είναι μια άλλη ιστορία· έπρεπε τάχα να γεννηθώ εδώ
ή έπρεπε να δώσω στα πσιδιά μου μια καινούργια πατρίδα,
να πω: πάμε να φύγουμε πριν πέσει η σκεπή και μας πλακώσει
και μείνουμε η καταραμένη ράτσα, ερημόσπιτοι, σαν τις νυχτερίδες,
σέρνοντας τις καρδιές μας ανήμπορα, ανάμεσα στους ξένους, στα ξένα.
Αυτό είναι μια άλλη ιστορία, και χαίρομαι που δεν έτυχε σε μένα·
θα τύχει βεβαια κάποτε, όμως όι στα χρόνια μας, όχι στα χρόνια του Βαγιαζήτ·
απέχουμε περίπου δυο γενιές ώς την Άλωση
ή το έδικτο του Μεδιολάνου,
κι ώς τότε ο τόπος μου είναι δικός μου, κι ας είναι ένας βρώμικος τόπος,
γεμάτος νηιά μ’ εξορίστους και πεινασμένα χωριατόπουλα,
καταχραστές ανθύπατους και μανιασμένα σκυλόψαρα.
Το μέλλον ανήκει σ’ άλλους, σ’εκείνους που μπορούν και υπνωτίζοντι·
το παρόν ανήκει σ’ άλλους, σ’ όσους λένε πως πρέπει να πολεμήσουν·
εμένα μου μένει ο τόπος μου, σιχαμερός όπως είναι,
δεν αξίζει πια μήτε να πολεμήσω γι’ αυτόν, μα είναι,
το μόνο που μου απόμεινε, κι ας τρίζουν οι γύπες τα νύχια τους,
κι ας πήζει την ατμόσφαιρα η αποσύνθεση των σκουληκιών.
 
Ευτυχισμένε Κωνσταντίνε Δραγάτση, εσένα που σου ‘τυχε
ν’ απαντήσεις στο απλούστατο δίλημμα: πρόδωσε ή πέθανε,
χωρίς να υπάρχουν σύμμαχοι, που θα ‘πρεπε ν’ αποφύγεις,
ή παρατάξεις, που θα χρησιμοποιούσαν και το πτώμα σου.
 
(Ποιήματα 1953)