Κοινοποιησεις
 
 
 
Πατάς επάνω στον πατέρα σου είπε η μητέρα,
και πράγματι στεκόμουνα στο κέντρο ακριβώς
ενός χαλιού από χόρτο, τόσο άψογα κομμένου,
άνετα θα μπορούσε να ήταν ο τάφος του πατέρα μου
άσχετα αν δεν είχε μια ταφόπετρα που να το λέει.
 
Πατάς επάνω στον πατέρα σου, επανέλαβε, πιο δυνατά, τη δεύτερη φορά, κι άρχισε να μου φαίνεται παράξενο αφού ήταν πεθαμένη και μάλιστα ο γιατρός το πιστοποίησε.
Κινήθηκα στο πλάι ελαφριά, εκεί που τέλειωνε ο πατέρας κι η μητέρα αρχίναε.
 
Το κοιμητήριο ήταν σιωπηλό, ο άνεμος φυσούσε μες τά δέντρα.
Άκουγα αχνά στις πίσω τις σειρές το θρήνο κι ένα σκυλί να κλαίει παραπέρα.
Τέλος τα κλάματα αδυνάτισαν.
Απ’ το μυαλό μου πέρασε πως δεν θυμόμουνα πως έτυχε να ‘μαι εδώ, σ’ αυτό που τώρα κοιμητήρι έμοιαζε, που ίσως μόνο στο μυαλό μου ήταν κοιμητήρι ίσως και να ‘ταν ένα πάρκο κι αν όχι πάρκο ίσως να ‘τανε μια αναδεντράδα, ένας κήπος όλο αρώματα
Τώρα το καταλάβαινα με το άρωμα των ρόδων douceur de vivre,
γέμιζε τον αέρα , η γλύκα της ζωής καθώς το λένε.
 
Σε μια στιγμή κατάλαβα πως ήμουν μόνη, που πήγαν άραγε οι άλλοι, η αδελφή μου τα ξαδέλφια μου η Caitlin κι η Abigail;
 
Σκοτείνιασε, που ήταν το αυτοκίνητο που μας περίμενε για να μας πάει σπίτι.
Τότες αρχίνησα να ψάχνω λύσεις εντός μου μια ανησυχία μεγάλωνε που ταραχή γινόταν.
Τέλος στο βάθος διέκρινα ένα τραίνο στις φυλλωσιές ανάμεσα
σταματημένο, κι ακούμπαγε στην πόρτα ο οδηγός του μ’ ένα τσιγάρο μες το στόμα.
Μη με ξεχνάτε, φώναξα, μεσ’ στα χωράφια τρέχοντας πάνω
από μάνες και πατέρες κάμποσους.
 
Μη με ξεχνάτε φώναξα σαν επιτέλους έφτασα κοντά του.
Κυρία μου, είπε, προς τα βαγόνια δείχνοντας, στο τέρμα σίγουρα πως φτάσαμε θα ‘χετε καταλάβει.
Δεν πάνε παρά πέρα τα βαγόνια.
Τα λόγια του ήτανε σκληρά μα είχε ευγένεια στα μάτια.
 
Αυτό, να σφίξω πιο πολύ τη τσάντα, θάρρος μου ‘δωσε
Πίσω πηγαίνω, είπα, και τα βαγόνια πρόσεξα πως είχανε ψωμί ακόμα
για κάμποσες στα πίσω επιστροφές.
Ξέρετε πως η δουλειά μας είναι δύσκολη είπε, γεμάτη λύπες στενοχώριες.
Τώρα με κοίταζε κατάματα μιλώντας.
Ήμουνα σαν κι εσένα μια φορά, ερωτευμένος με την δράση.
Κι αρχίνησα να του μιλώ σαν να ‘τανε παλιός μου φίλος:
 
Κι εσύ, του κάνω, καθώς έδειχνε πως ήταν έτοιμος να φύγει, δεν θες στο σπίτι σου να πας, να δεις την πόλι πάλι;
 
Αυτό είναι το σπίτι μου, είπε.
 
Η πόλις – η πόλις,
 
Εκεί που
 
Χάνομαι
 
Είναι.
.
(Louise Glück wins the 2020 Nobel prize in literature |
Μετάφραση: Νεοκλή Κυριάκου)