Κοινοποιησεις
 
Διαλύθηκε το φως,
λάθεψε στην ώρα του για να σε αφήσει γυμνή,
βράδιασε στα μάτια σου ενώ μου χαμογελούσες.
 
Ενώ μου χαμογελούσες
είδα μια σκιά γερτή να ξεντύνεται,
να ανοίγει αργά το φερμουάρ της σιωπήs,
να αφήνει πάνω στο χαλί
τον πολιτισμό.
 
Και το κορμί σου έγινε βατό και χρυσαφένιο,
ευτυχισμένο σαν οιωνός που μας άναβε.
 
Που μας άναβε.
Μονάχα εμείς
(σύντροφοι
σ’ ένα κρεβάτι θορυβώδες) κι ο πόθος,
εκείνο το δύσκολο ταξίδι μετ’ επιστροφής,
που τώρα επιμένει και με σπρώχνει να σε θυμάμαι
 
χαρούμενη, όρθια,
μια φωτεινή αστραπή ανάμεσα στα μάτια,
να μαζεύεις από κάτω τη μαθητική σου φούστα.
 
Ενώ μου χαμογελούσες,
εγώ αποκοιμήθηκα
στην αγκαλιά ενός ονείρου που δεν μπορώ να σου διηγηθώ.
 
(Μετάφραση: των Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Νίκου Πρατσίνη)