Κοινοποιησεις

Ξημέρωνε έρωτας, μύριζε αλκοόλ, ενώσαμε τα χέρια, ταιριάζανε.
Θυμήθηκα ένα όνειρο, τρόμαξα.
Δραπέτευσες από τα λόγια του Θάνου, δραπέτευσες από στείρα γη,
έγινες κρίνο, έγινες άνεμος, φύσηξες μέσα μου, πήρα φωτιά.
Ανέκφραστος άγγελος δίπλα μας έστεκε, βαστούσε έναν δίσκο
και κερνούσε ευχές.
Ήταν Ιούλιος, Λεγεώνες χορεύανε, ανάμεσα μας κουτσές προσευχές.
Φιλιά απροσδόκητα, στάζανε κύματα, τα χέρια ενώσαμε, ταιριάζαν ξανά.
Θα φύγω μεθαύριο, πες δε με γνώρισες ή αν θες
έλα βρες με αν θυμάσαι το που.
Να γίνουμε αγάλματα σπασμένα του έρωτα, να γίνουμε θύελλες και
ίσως πουλιά.
Φόρα μονάχα την νύχτα στο βλέμμα σου, τραγούδα μου μόνο
το el hompre solo. Αυτά μονάχα δε θέλω άλλο τίποτα,
στα αδέσποτα blues μου γίνε το σόλο.”