Κοινοποιησεις

αφού οι λέξεις – κλειδιά κάνουν τον λυγμό οικείο
μάθετε πως
την κοινωνία την είχαν κατατροπώσει
ένα σωρό δικαστές
έπηζαν γάλα μαύρο οι μανάδες το βράδυ
έκλαιγε στη γωνία το λευκό απ’ τα παγωτά
παιδικά παιχνίδια από ξύλο του τρόμου
περνούσαν και δεν περνούσαν
έλεγαν και δεν έλεγαν
και δεν είχαν πια τι να πουν
καθώς έπεφτε απάνω τους
ουρανός φορτωμένος
εκείνο που για μέταλλο
βράδυ πρωί ανησυχούσε

θέλει να πει αυτή η αναδρομή
πως ήταν πάντοτε ίδιο
και κακοφόρμιζε
το μικρό που πουλάει αστέρια
παιδί στο συρτάρι
πως καμιά φορά τα ψέματα
κάνουν έτσι – να – θαυματοποιούνται
και πως το μεγαλείο
ενός λαϊκού ψιθυρίσματος
ένα συλλογικό μάνιασμα από κλάμα
είχαν συμπαρασύρει
– κι είχε θαφτεί –
τη φωνή μες σ’ αυτήν που 
τα πόδια μας άνοιξαν τρύπα
λες ας πούμε εσύ ανισότητα και γελώ

κι εσύ κυρά Μαρία δεν περνάς πια από ’δώ
αποφεύγεις
γιατί μας πήρες για κυνηγούς
εμάς που μόνο θέλαμε
να παίξουμε μαζί μ’ ένα τραγούδι
η μοναξιά μας έγινε λουλούδι
μια μεγάλη δράκαινα
με καταποτικές κινήσεις
εναγκαλίζεται τα συλλογικά αγαθά
δίνω φόρο για λίγο τομάρι
ακόμα και για την πιθανότητα
να γλείψω δυο εκατοστά απ’ το δέρμα του λαιμού σου
κάποιο απόγευμα ξεκούραστη
χωρίς τα πόδια να πονούν
χωρίς χρεία και βάρη

εν πάση περιπτώσει
αυτά πλημμύριζαν τους ανθρώπους
λέγαμε τον καιρό Μπλε να ξεχνιόμαστε
διαβάζαμε ποιήματα μα δεν μας ευθυμούσαν
επευφημούσε ο ένας τον άλλον μπας και
– ούτε κι αυτό αρκούσε –
κι ένας μεγάλος φόβος
πως ο καθένας ήθελε να γίνει δράκαινα
κρυβόταν πίσω απ’ τα γέλια και τα φιλιά
μα εγώ αγαπημένη μου
δεν μπορώ να σε ντύσω
παρά με τον καπνό του τσιγάρου μου
ή κάπως έτσι ο Μαγιακόφσκι
όμως κανείς δεν άπλωνε τα χέρια του
και δεν συνάζονταν
δεν έβγαζαν φωνή
τι να σου κάνει κι ένα ποίημα
τι μπορούσε

– τώρα βέβαια τα πράγματα πήραν ν’ αλλάζουν
καθώς εμείς κοιμόμασταν η τύχη μας γυρνούσε
ή τουλάχιστον: έτσι μας είπαν.

(Φωτογραφία: Κατερίνα Ζησάκη)