Κοινοποιησεις

Μας απάγγειλαν λέξεις
που βρίσκονταν πέρα από κάθε γνώση
και πόθο και γυμνή ομορφιά.
Προσεκτικά τις κρατήσαμε,
σαν εξωτικά λουλούδια,
και μ’ αυτές
στεφανώσαμε τα χρόνια μας τα παιδικά.
Υπόσχονταν περιπέτεια και θύελλα,
κινδύνους και έκσταση και
όρκους θανάτου.
Μέρα τη μέρα καρτερούσαμε την περιπέτεια να βρούμε.
Αλλά άδειες κυλούσαν οι βδομάδες χωρίς σημάδια,
και άλλο
δεν αντέχαμε το κενό μας να κουβαλούμε.
Και με τον καιρό οι πολύχρωμες λέξεις
τα φύλλα τους αρχίσανε να χάνουν.
Χωρίς καρδιοχτύπι τις προφέραμε πλέον.
Και όσες με χρώματα απομείνανε,
δραπετεύσανε
και φύγανε απ’ τη γη:
Κάπου μαγεμένες ζούσαν σε παραδείσια νησιά,
παραμυθένια
και γαλήνια.
Το ξέραμε:
απλησίαστες ήταν σα σύννεφα λευκά
πάνω από τον παιδικό μας ουρανό.
Αλλά κάποια βράδια κρυφά δακρύζαμε
και νοσταλγικά,
καθώς
ακούγαμε τον σβησμένο τους σκοπό.