Κοινοποιησεις

Αυτά τα ηλιόλουστα ανοιξιάτικα απογεύματα Κυριακής πόσο τ’ αντιπαθώ.
Δεν τον αντέχω αυτό τον ήλιο, αυτό το κίτρινο ζεστό χρώμα που πέφτει στα μπαλκόνια, στα κορμιά μας και μας αναγκάζει να χαιρόμαστε που έρχεται το καλοκαίρι και φεύγει ο χειμώνας, το κρύο, οι βροχές…
Πόσο αντιπαθώ αυτές τις απογευματινές ηλιόλουστες Κυριακές, που όλοι είναι έξω, τους ακούω στο δρόμο που περπατάνε, φωνάζουν, γελάνε, τρέχουν προς τη θάλασσα τόσο διψασμένοι για μια αλλαγή.

Πάντα τις πρώτες μέρες της Άνοιξης μελαγχολώ, σαν να μην την αντέχω αυτή τη χαρά τριγύρω μου, αυτό το φως, το μεγάλωμα της μέρας, την προσμονή για τα σαββατοκύριακα του Μαρτίου, τα πρώτα παγωτά, την πρώτη βόλτα στην παραλία, την πρώτη ζακετούλα.
Πόσο αντιπαθώ να είναι Κυριακή πεντέμιση το απόγευμα και να μην έχω κάνει τίποτε τις προηγούμενες ώρες της ημέρας, την προηγούμενη μέρα, παρά να περιμένω να νυχτώσει και να ξημερώσει άλλη μια ίδια Δευτέρα.
Τα ρούχα, μέσα στο πλυντήριο, που πλύθηκαν έχοντας την προσμονή πως θα στεγνώσουν αντικρίζοντας τον φρέσκο ανοιξιάτικο ήλιο, τον έχασαν όμως, βραδιάζει, τα βιβλία στοίβα για να διαβαστούν, η τηλεόραση κλειστή, το τηλέφωνο δε χτυπάει…

Πόσο αντιπαθώ αυτά τα Κυριακάτικα απογεύματα που δε με ψάχνεις, που ήθελα να τα περάσω μαζί σου…
Αγαπώ το χειμώνα, γιατί με μούσκευε η βροχή του για να σε συναντήσω, γιατί φορούσα την κουκούλα μου για να μη βραχώ και με δεις χάλια, γιατί κρατούσα τον καφέ στο ένα χέρι και στο άλλο την ομπρέλα και έτρεχα να σε συναντήσω, να μπούμε και οι δύο κάτω από αυτή και να σε φιλήσω…
Γιατί μ έβλεπες, κρατούσες το πρόσωπό μου κι έλεγες: “Για να σε δώ, βράχηκες;
Περπάτα γρήγορα, θα κρυώσεις”.
Έβαζες το καλοριφέρ στο αυτοκίνητο για να ζεσταθώ, έβγαζα τα παπούτσια μου και μάζευα τα πόδια μου πάνω…

Κυριακή απόγευμα, 11 Μαρτίου… Άλλο ένα απόγευμα χωρίς εσένα…

Ανθή Πάνου