Κοινοποιησεις

Κρέμασα το ποίημά μου
σ’ ένα ψηλό κλαδί.
Κοίτα το
που χτυπιέται με τον άνεμο.
Ξεκρέμασέ το,
μου είπες,
σταμάτα το μαρτύριό του.
Ξαφνιασμένοι οι διαβάτες
το βλέπουν τόση ώρα!
Το δέντρο χαιρετά,
κινώντας το ποίημά του.
Δεν υπάρχει τίποτα για απάντηση.
Πρέπει να φύγουμε.
-Θα το απαρνηθείς;
Μάλλον.
Μα μη φοβάσαι, αύριο ένα άλλο θα ‘χει την ίδια τύχη.
Θα’ πρεπε να ξοδεύομαι σε τέτοια παιχνίδια;
Ένα ποίημα δεν βαραίνει πολύ το κλαδί ενός δέντρου.
Θα γράψω για σένανε όσα θελήσεις,
τόσους στίχους
όσα και δέντρα υπάρχουν.
Κι ύστερα τι θ’ απογίνει μ’ εμάς τους δυο;
Ίσως όλα αυτά να τα ξεχάσουμε πολύ γρήγορα;
Όχι!
Λίγο να μας πιάσει η κούραση στο δρόμο
και θα μπορέσουμε να ξαναδούμε
το μέρος
που ολόλαμπρο
το δέντρο
χαιρετά,
κινώντας το ποίημά του.
Τότε θα ξανά ‘ρθει το χαμόγελό μας.
-Πάμε!