Κοινοποιησεις

Κωστής

18 χρονών: Κανείς δε το είχε καταλάβει, ο ενδιαφερόμενος το μαθαίνει πάντα τελευταίος.

20 χρονών: Είχε απολυθεί από το στρατό, δούλευε, έβγαζε λεφτά, έβγαινε έξω, ξόδευε πολλά, όμορφος πολύ.

Χτυπάει το τηλέφωνο, η μητέρα του Κωστή; Aς έρθει αύριο για δουλειά ο γιος σας.

23 χρονών: Δούλευε, ακόμη μπορούσε, νόμιζε πως ήταν λειτουργικός.
Όσα έβγαζε, ήταν η δόση του. Άλλαζε συνέχεια δουλειές, δε του έφταναν τα λεφτά, αγόραζε αυτοκίνητο, το πουλούσε, αγόραζε άλλο, δε μου φτάνουν μπαμπά τα λεφτά, βάλε υπογραφή να πάρω δάνειο, νεύρα πολλά, ξεσπούσε στη μάνα, εκείνη κλειδωνόταν στο δωμάτιο όταν άκουγε το κλειδί στην πόρτα.
Της έκανε φασαρία για το παραμικρό, ακόμη και για την τσάκιση στο παντελόνι του που δε σιδερώθηκε καλά.
Εκείνη κλειδωνόταν πιο πολύ μέσα, μέσα της…
Τι θα κάνουμε Γιάννη με το παιδί; Δεν είναι ζωή αυτή εδώ…
Λείπει ο βαφτιστικός σταυρός του από το κουτί με τα χρυσαφικά και οι χρυσές ταυτότητες που του έκαναν δώρο οι παπούδες του…
Τα πούλησε Γιάννη;
Θ’ αρρωστήσω εγώ, θα πεθάνει αυτός, πονάει το στήθος μου Γιάννη, θα μας πεθάνει, ντρέπομαι τον κόσμο, πώς καταντήσαμε έτσι;
Πώς κατάντησε έτσι; Τι του έλειπε;
Τα είχε όλα, του τα δώσαμε όλα, είχαμε αγάπη, δεν είχαμε Γιάννη; μας διέλυσε, διαλυθήκαμε.

Χτυπάει το τηλέφωνο, η μητέρα του Κωστή;
Το αφεντικό του είμαι, έχει να ρθει 3 μέρες στη δουλειά…Είναι καλά;

28 χρονών: Τον έδιωξαν από το σπίτι, είχαν να τον δουν ένα μήνα.
Χτυπάει το θυροτηλέφωνο, εγώ είμαι, ν ανέβω να πάρω λίγα ρούχα…
Γιάννη, το παιδί…να τον δω λίγο, το παιδί.
Όχι, σκληρή αγάπη πρέπει, όχι, δε θ ανέβεις.
Έλα στο πίσω το μπαλκόνι να στα ρίξω.
Παίρνει μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών, τα βάζει μέσα, βγαίνει στο μπαλκόνι, του τα ρίχνει από ψηλά, σπαράζει μέσα της.
Πού μένει ένα μήνα το παιδί;
Χτυπάνε θυροτηλέφωνα, έρχονται δικαστικοί κλητήρες στο σπίτι, κλήσεις απλήρωτες, μηνύσεις από αφεντικά για κλέψιμο.
Έγινε κλέφτης ο Κωστής μας, Γιάννη;
Η μάνα περπατάει πάντα γρήγορα πια, να μη συναντήσει κανέναν και τη ρωτήσουν για τον Κωστή της, δεν έχει όρεξη να μιλήσει σε κανέναν.
Κανείς δε μπαίνει πια στο σπίτι τους.
Κανείς δε μπαίνει στο δωμάτιό του.

Μόνο η μάνα μπαίνει, για να του αλλάξει τη μαξιλαροθήκη κάθε βδομάδα, σαν να ήταν εκεί, για να του μιλήσει κοιτώντας τη φωτογραφία του από τα νήπια, για να μυρίσει τη μπλούζα που φορούσε μια μέρα πριν φύγει από το σπίτι, την έβγαλε από τα άπλυτα η μάνα, για να την μυρίζει, για να ξαπλώσει στο κρεβάτι του και να κλάψει.
Δεν υπάρχει χαρά, δε χαμογελούνε, δε κλαίνε, μόνο περιμένουν.
Μιλάνε μεταξύ τους μόνο για τον Κωστή…
Τον είδε προχτές η ανηψιά σου η Γεωργία, ήταν χάλια, μου είπε, έχασε πολλά κιλά, δε μπορούσε να περπατήσει, τα δάχτυλά του ήταν πρησμένα.

Χτυπάει το τηλέφωνο, η μητέρα του Κωστή;
Ο γιος σας μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο, κοιμάται στο αμάξι…

35 χρονών: Θα ήταν σήμερα ο Κωστής.

Ανθή Πάνου