Κοινοποιησεις

Κανείς δεν ξέρει πια τι είναι αγάπη.
Κανείς δεν ξέρει στον θεό τι συνέβη.
Μετά τα μεσάνυχτα, οι αδερφές και οι λεσβίες
ξεχύνονται στους δρόμους των παλιών μπουρδέλων,
σαν σπειροχαίτες σ’ ένα ηλίθιο μυαλό.
Οι απατεώνες όλοι χάθηκαν απ’ την πόλη.
Θυμάμαι τις ώρες που πέρασαν
μιλώντας μαζί σου για τις ηλιθιότητες
ενός κόσμου που καταρρέει και τις κτηνωδίες
της ράτσας μου και της δικής σου,
ενώ οι άρρωστοι, οι ανώμαλοι, οι κακομούτσουνοι,
ήρθαν κι έφυγαν, κι εσύ τους τακτοποίησες
και τους έδωσες να καταλάβουν,
και τους ξαπόστειλες με λίγη αίσθηση
ηλεκτρικής ζωής από τα ακροδάχτυλά σου.
Ποιος θα μπορούσε να ξεχάσει το γλυκό σου κορμί;
Ή τα γαλήνια ευγενικά σου αισθήματα,
ή τον χαμογελαστό σου έρωτα;
Υποθέτω πως το άγγιγμα σου κράτησε πολλούς άντρες
όσο ήταν δυνατό στα συγκαλά τους.
Κάθε ώρα όλο και λιγοστεύει τούτο το άγγιγμα στον κόσμο.
.
(Από το βιβλίο: Ανθολογία αμερικάνικης ποίησης |
Εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς)