Κοινοποιησεις

Το σχέδιο εξωφύλλου είναι της ΜΑΡΙΛΕΝΑΣ ΖΟΛΩΤΑ – “ΠΑΡΤΕΡΙ”

Στον ελεύθερο χρόνο μου γράφω απειλητικά σημειώματα. Άλλοτε χειρόγραφα άλλοτε κολάζ με υπερμεγέθη γράμματα από εφημερίδες και περιοδικά. Τα ρίχνω κάτω από τις πόρτες και χτυπάω τα κουδούνια σε ανθρώπους που δεν γνωρίζω. Τους γράφω ότι θα τους πάρω ότι πολυτιμότερο έχουν και έπειτα τους παρακολουθώ. Δεν δίνω στόχο, γιατί είμαι σαν και αυτούς: το πρότυπο του καλού φοιτήτη, οικογενειάρχη, συζύγου, είμαι και εγώ ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας.

Κανείς τους δεν καλεί την αστυνομία γιατί φοβούνται ότι αν μπλέξουν τους μπάτσους τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα. Στην αρχή κρυφοκοιτούν πίσω από τις κουρτίνες από το παράθυρο που δείχνει στο δρόμο μπροστά από το σπίτι τους. Το τσιμεντένιο κουτί τους δεν μοιάζει πλέον τόσο ασφαλές. Έπειτα προσπαθούν να ασφαλήσουν το τσιμεντένιο τους κουτί. Σύρτες, κλειδαριές, σφήνες στα παράθυρα, πόρτες ασφαλείας και συναγερμοί για τους προνομιούχους. Τώρα που το σκέφτομαι θα πρέπει να ζητάω ποσοστά σε κλειδαράδες και μαγαζάτορες. Τόσα λεφτά βγάζουν τα μουνόπανα στην πλάτη μου! Δεν πειράζει είμαστε καλόκαρδοι εμείς σαν τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας. Εν συνεχεία ασφαλίζουν τα τιμαλφή και όσα χρήματα κατόρθωσαν μετά κόπων και βασάνων να αποταμιεύσουν. Τα έτερα μουνόπανα ασφαλιστές και τραπεζικοί βγάζουν και αυτοί λεφτά στην πλάτη μου. Δεν θα ασχοληθώ ακόμη μαζί τους.

Σε διάστημα μιας εβδομάδος στέλνω και δεύτερο απειλητικό σημείωμα. “Όσο και αν προσπαθήσεις θα σου πάρω ότι πολυτιμότερο έχεις.” Τους εντείνω λοιπόν την πίεση για να δω μέχρι που θα φτάσουν. Αποφεύγουν λοιπόν τις άσκοπες μετακινήσεις, ενώ δεν απαντούν σε άγνωστους αριθμούς και αποκρύψεις. Κλειδώνουν πλέον και την εξώπορτα της εισόδου, όχι μόνο αυτή του διαμερίσματος. Δεν συνωστίζονται στο ασανσέρ και πηγαίνουν από τις σκάλες. Όσοι δεν ακολουθούν τα εμφανισιακά στάνταρ και το πρότυπο συμπεριφοράς του ανθρώπου της διπλανής πόρτας είναι ύποπτοι. Ξεγλιστρώ λοιπόν περνώντας δίπλα τους χωρίς να με καταλάβουν. Αντίθετα οι υποψιες τους επικεντρώνονται πλέον στον Αλί, τον μετανάστη από το Πακιστάν που ήρθε πριν από δέκα χρόνια στην Ελλάδα και έχει συνηθίσει να ναι ύποπτος, τον Τάκη που βρωμάει αλκοόλ και την Ειρήνη που επιστρέφει από την «δουλειά» της πολύ αργά κάθε βράδυ.

Μαζί μου από μικρό παιδί είναι ο Λευτέρης. Αγύρτης, απατεώνας, κλέφτης, λωποδύτης, αγιογδύτης, παράνομος, αμαρτωλός, κωλομπαράς, αλάνι, του δρόμου, τσόγλανος, κωλοπαίδι, πουτανιάρης, μπανιστιρτζής, τζογαδόρος, πρεζάκιας, αθεόφοβος. Για αυτό τον γουστάρω τον Λευτέρη. Φτύνει κάθε έναν που κάποτε αποκαλέσαμε θεό. Και έχει μια φωνή ο πούστης, στεντόρεια και ανατριχιαστική. Κάθε φθόγγος που ξεφυσά στα μούτρα μας, κάθε λέξη που ξερνά σε διαπερνά! Βάζω λοιπόν τον Λευτέρη σε δυο βδομάδες ακριβώς να τους πάρει τηλέφωνο. «Νόμιζες πως δεν θα βρω τον αριθμό σου σκουπίδι; Ξέρω τα πάντα για σένα μπάσταρδε! Κάθετι που έχεις κάνει στη ζωή σου. Ήσουν τόσο προβλέψιμος. Πρώτα ασφάλισες την πόρτα σου. Λες και μια γαμώπορτα θα μπορούσε να μας σταματήσει; Έπειτα τα τιμαλφή και τα χρηματά σου; Λες και μας νοιάζουν αυτά! Ύστερα πήγες στους εύκολους στόχους. Στον Αλί, στον Τάκη και στην Ειρήνη! Μαλάκα μου είμαστε πάντοτε ένα βήμα πιο μπροστά από σένα. Περιμέναμε να διαβάσεις προσεκτικά τα σημειώματα που σου στείλαμε. Θέλουμε ότι πολυτιμότερο έχεις και είμαστε αποφασισμένοι να στο πάρουμε το γαμημένο. Πάση θυσία!»

Μόλις κλείσει η γραμμή τους τσεκάρουν όλοι ενστικτωδώς το ακουστικό τους για κάποιο κοριό. Λες και είναι πρωταγωνιστές σε κάποιο αστυνομικό θρίλερ. Έπειτα ψάχνουν ενδελεχώς το σπίτι τους για πιθανές κρυφές κάμερες. Περιορίζουν και άλλο τις μετακινήσεις τους, ενώ η λίστα των υπόπτων μετά το τηλεφώνημα μεγαλώνει.

Ακριβώς μια εβδομάδα αργότερα αφήνουμε στην πόρτα τους ένα φάκελο με ένα μικρό βιβλιαράκι. Ούτε 80 σελίδες. Μαύρο δερματόδετο εξώφυλλο. «Κάβλας Εγκώμιον» εν είδει τίτλου. Χωρίς συγγραφέα, χωρίς εκδόσεις και λοιπά στοιχεία.

Στις σελίδες του διαδραματίζεται η ιστορία του κύριου Μαλάκα, όπως λένε τον πρωταγωνιστή του βιβλίου. Ο κύριος Μαλάκας είναι ο αγαπημένος μας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Έχει μια σπουδαία δουλειά και μια ευτυχισμένη οικογένεια. Ένα πρωινό τον απολύουν από την δουλειά του και το επόμενο βράδυ απαγάγουν την οικογένεια του, αφού κλέψουν κάθε χρηματικό ποσό που κατάφερε μετά κόπων και βασάνων να μαζέψει στην ζωή του και απαλλοτριώσουν όλα τα τιμαλφή και τις ηλεκτρονικές συσκευές αξίας. Ο κύριος Μαλάκας δέχεται το τηλεφώνημα των απαγωγών που τόσο περίμενε . Προς έκπληξη του δεν του ζητούν λύτρα, μα του ανακοινώνουν πως είναι πια ελεύθερος όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να ζήσουν όπως ακριβώς θέλουν. Του δίνουν ακριβή τοποθεσία των μελών της οικογένειας του, στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού όπου έχουν μεταφερθεί όλα τα περουσιακά του στοιχεία και μια «περίεργη» διεύθυνση. Στο κουδούνι της γράφει «Κάβλας Εγκώμιον». Τον προτρέπουν να διαλέξει ένα μονάχα. Ο κύριος μαλάκας συνέπης ως προς τις αρχές του, επιλέγει την τοποθεσία της οικογένειας του. Συναντιέται ξανά με την γυναίκα του και τα παιδιά του, αγκαλιάζονται σφιχτά και φιλιούνται τρυφερά.
Μαζί προσπαθούν να φτιάξουν την ζωή τους από την αρχή. Όλοι στέλνουν συνεχώς βιογραφικά ψάχνοντας μια δουλειά που θα τους επιτρέψει να βγαζουν τα προς το ζην. Είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν οπουδήποτε και με λίγα λεφτά αν χρειαστεί αρκεί να έχουν ένα εισόδημα. Ωστόσο στο μυαλό του κύριου Μαλάκα γυρνούσε συνέχεια η περίεργη διεύθυνση με το κουδούνι να γράφει «Κάβλας Εγκώμιον». Βλέπεις η λέξη κάβλα ήτο άγνωστη για τον κύριο Μαλάκα, δεν υπήρχε στα λεξίκα, στις εφημερίδες τα περιοδικά και τα λίγα βιβλία που διάβαζε και ένα μέρος που την εγκωμιάζει και την λατρεύει έμοιαζε τουλάχιστον θελκτικό και μυστηριώδες. Ένα απόγευμα που τελείωσε νωρίς από την δουλειά του, κατευθύνθηκε ρωτώντας στην περίεργη διεύθυνση! Δυστυχώς δεν υπήρχε τίποτα. Κανένα οίκημα σε απόσταση 500 μέτρων. Μόνο ένα μικρό νεκροταφείο με αραχνούφαντα να καλύπτουν την σιδερένια του πόρτα και ξεραμένα τα λουλούδια στα μνήματα. Ένας ρακένδυτος απεριποίητος γενειόφορος πλεύρισε τον κύριο Μαλάκα και ζήτησε λίγη από την ελεημοσύνη του. Ο κύριος μαλάκας ανταποκρίθηκε και του έδωσε 2-3 κέρματα. Πήρε θάρρος και τον ρώτησε: «τι δουλειά έχει το μικρό αυτό νεκροταφείο στη μέση του πουθενά;»

– «Εδώ είναι μαζεμένοι όλοι της γης οι ασυγχώρητοι. Τότε που έγινε η μοιρασιά εκεί ψηλά, τα πιο λίγα μέτρα χώμα πέσανε σε αυτούς, όταν θα ερχόταν η ώρα τους να αναπαυθούν. Δεν ξέρω αν είχες δει πάλια μια ταινία δεν θυμάμαι και εγώ το όνομα της να σε βοηθήσω που λεγε πως κανείς δεν συγχωρεί όσους από έρωτα εκπέσαν. Και όμως και αυτούς του συγχώρεσαν. Τούτους εδώ που από κάβλα εκπέσαν δεν τους συγχώρεσε κανείς. Λίγοι ζητιάνοι απομείναμε μόνο να τους μνημονεύουμε!»

Στον ελεύθερο μου χρόνο γράφω απειλητικά σημειώματα.

Προηγούμενο άρθροΌλοι θέλουν να μείνουν στην ιστορία
Επόμενο άρθροΒιβλιοπαρουσίαση – Ink is My Blood – Volume Two
ΣΠΥΡΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια κουκίδα του χάρτη που κάποιοι είπαν Αιγάλεω. Μια πόλη που ξεκινά από το Α και τελειώνει στο Ω και κάπως έτσι ξετύλιξε το κουβάρι της ζωής μου. Στην αρχή χεβιμεταλάς, μετά από όταν γνώρισα τους Monster Magnet & τον Tom Waits μουσικόφιλος. Σπουδές στο τμήμα Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε και ένα μεταπτυχιακό στο ίδιο τμήμα στην κατεύθυνση των Πολιτισμικών Σπουδών. Αεκτζής, βρωμόστομος με το σύνδρομο του συλλέκτη που με διακατέχει να περιορίζει τα τετραγωνικά κάθε σπιτιού που έχω μείνει. Βιβλία, δίσκοι, cds, dvds, posters, figures παντού. Δουλειά σε δημοσιογραφικά, αθλητικά και μουσικά sites. Μια συνέντευξη με τον Lemmy μεγάλο παράσημο και μετά Didi Music. Υπεύθυνος επικοινωνίας στο γραφείο τύπου. 4 χρόνια και αμέτρητες συναυλίες και άλλες τόσες αναμνήσεις. Stage Volume 1, Gagarin, Fuzz, Piraeus 117 Academy, TerraVibe. Rockwave Festival: άλλο ένα κομμάτι μεγάλο της ζωής μου. Το 2017 στον Αnt1 Media Lab προσπαθούμε να καταλάβουμε με τους σπουδαστές Ηχοληψίας & Μουσικής Παραγωγής τι είναι άραγε η Μουσική Βιομηχανία. Τελευταίο άφησα αυτό που αγαπώ πιο πολύ: Γράψιμο. Γράφω για όσα έχω ζήσει και όσα θα ήθελα να ζήσω. Γαλέρα, Χίμαιρες, Gazzetta, Sonik, Humba κάποια στιγμή φιλοξένησαν τα λόγια μου. Από τις εκδόσεις Πνοή κυκλοφορεί το πρώτο μου βιβλίο που λέγεται «Ανθρώπων Σκιές» Είμαι ο Σπύρος Σμυρνής και χάρηκα πολύ για την γνωριμία. Ελπίζω και εσείς το ίδιο!