Κοινοποιησεις
Όταν όλα έχουν ειπωθεί, οι λέξεις γεννιούνται από ξεκοιλιασμένες μανάδες
κι από την ίδια μαμή πετάω πάνω από τη πόλη
και χάνω το μαγνητικό πεδίο της γης πέφτω πάνω στα
παράθυρα και σπάω το λαιμό μου

βάζω τα χέρια πίσω απ τον αυχένα τραβάω τη σπονδυλική
μου στήλη κι αφήνομαι κάτω / αφήνομαι μέρες μια μάζα κόκαλα,
το ξεχασμένο άπλυτο ρούχο που έχει ποτίσει υγρασία γι’ αυτό
στέκομαι συχνά στα δημόσια νοσοκομεία και στις φυλακές
σκαρφαλώνω με τα δόντια στη μνήμη γαυγίζω στα διερχόμενα,
τα τρένα σταθμεύουν κρεμασμένα και γελάω, καταπίνω τη γλώσσα κι
όταν με ρωτάνε μια οδό τους δείχνω τις τρύπιες μου τσέπες
και λέω “δεν είμαι από δω” γιατί τα λεωφορεία μυρίζουν
σαν σύγχρονες γαλέρες, κατουρημένες ποδιές ηλεκτρονικά εισιτήρια,
αλυσίδες κι ησυχία τα μηνίγγια μου, βουίζουν,
μπερδεύω τι θέλω να πω ακούω με τα μάτια
βλέπω με το στόμα
δεν αγγίζω πια
έβγαλα τα νύχια μου γιατί έμπαιναν από κάτω οι άνθρωποι
κι έκανε τόσο κρύο
γιατί δεν έχω τίποτα δικό μου πια
στο σπίτι όλα είναι άλλων
το τραπεζάκι
το φωτιστικό
ένα χαλί της μάνας μου
να κρύβω τις ντροπές μου
παπούτσια δανεικά από φίλους
να κάνω τα βήματά τους
να μαι ποίημα
κι όλο να λένε
κι όλο να’ μαι σάλτο
έναν πίνακα απ τη Τσιάπας
τον νεκρό μου σκύλο
που ακόμα γυροφέρνει
κι ένα δανεικό καλοκαίρι που
λέει πως θα έρθει που ένα κορίτσι χαίρεται να συζητάει
για παγωτά μες στο καταχείμωνο που δεν πειράζει να χω
μια χωματερή για σώμα ούτε γιατί ρυτίδιασε το βλέμμα.
Τώρα, όμως, καταλαβαίνω τον άνθρωπο-φάλαινα.
Όσους αγάπησε
τον σκότωσαν πολλές φορές
χάριζε το happy end
στις ιστορίες τρόμου που γνώριζε
κι όλο μεγάλωνε η καρδιά του
σε κάθε φόνο

– Γι αυτό – μου είπε – ΓΙ ΑΥΤΟ έγινα φάλαινα.
Για να τη χωρέσει

– ” Εγώ ρε φίλε άνθρωπο σε βλέπω πάλι”

πλησίασε στο κομμένο μου αυτί.
Και ψιθύρισε
– Ναι! Αλλά κανείς δεν ξέρει πως είμαι φάλαινα”

[ Καλά όλα αυτά ρε Γιάννη αλλά πες μου.
Ποιος σκέφτηκε να βάλει μια πρόκα στο ταβάνι ;;; ]