Κοινοποιησεις

Οι περισσότεροι αποφεύγουμε το χωριό επειδή δε θέλουμε
να θυμηθούμε πόσο δύσκολα και φτωχικά έχουμε περάσει.
Σαν να μη θέλουμε ν’ ανακόψουμε την εξελικτική μας πορεία
μες στην πόλη, πιάνω  πολλούς από εμάς,
να υποδυόμαστε την Αλίκη Βουγιουκλάκη σ’ εκείνη την ταινία
που ακολούθησε  την καριέρα της  τραγουδίστριας,
ξεχνώντας  τις άγριες μουσικές  της σκάφης.
Αμείλικτοι, αρνούμαστε να διακόψουμε τις χαμογελαστές ανέσεις
της πρωτευούσης έναντι λίγης επικίνδυνης αναθύμησης
των παιδικών μας χρόνων.
Υπεύθυνα, σας λέω,
πώς το χωριό είναι το βιωμένο “ντε ζα βου”
τ’ οποίο φοβόμαστε να παραδεχθούμε πως έχει υπάρξει,
γιατί κρυώσαμε πολύ εκείνο το ξημέρωμα
που δεν “έπιαναν τα κάρνα” (*κάρβουνα) κι η φωτιά,
κι αναγκαστήκαμε μες στο κρύο να ντυθούμε
για την Δευτέρα τάξη.

Και να, οι γιορτές.
Αυτές οι προσχεδιασμένες μέρες κάθε χρόνου,
σκηνοθετημένες από συναισθηματικό εκβιασμό του “ως είθισται”
που εσύ πρέπει να διαλέξεις, αν  “θ’ ανέβεις στο χωριό;”
Πέρα απ΄ τα γονικά προστάγματα, η συγκυρία αυτού του χρόνου,
έπεσε πάνω στην κομβική περάτωση των είκοσι εννιά χρόνων
και την αρχή των τριάντα.
Η στεναχώρια κι ωριμότητα της πρώτης άσπρης τρίχας,
διακαιόταν από την επιθυμία να μάθεις πως έγινα τόσων χρόνων
κι ύστερα να βρει μια ζεστή αγκαλιά να κλάψει.
Το πλήρωμα του χρόνου σαν ολοκληρώσει το νεανικό ξέσπασμά του,
όπως οι γέροι που γεμίζουν από φιλοσοφικά κατασταλάγματα όταν μεγαλώνουν,
θέλει ν’ ανατρέξει στην αιτιότητα των καταστάσεων
και των πραγμάτων που σε τριανταρίσανε.
Γιατί χρωστάς ένα μεγάλο ευχαριστώ σ΄ όλα όσα σου ‘δωσαν φτερά
να φύγεις  από το χωριό σου, αντάμα με τα αεροπλάνα
που περνούσανε και να πετάξεις στην πόλη.

Ποτέ δεν ήμουν από εκείνα τα παιδιά που εμφορήθηκαν
από μεγαλόσχημες πρωτευουσιάνικες ιδέες.
Δεν με αγγίζουνε τα κλαμπ, τα μπαρ,
η καταναγκαστική διασκέδαση της πόλης.
Ήθελα μόνο να φύγω μακριά από το κρύο και τη συννεφιά,
και να ξεχάσω, εκείνα τ’ ανυπότακτα κάρβουνα
που επέμεναν στωικά να μη θέλουν να με ζεστάνουν.
Θυμάμαι έντονα τη μυρωδιά πορτοκαλιού που αναβλύζανε οι γειτονιές,
παραμονή της πρώτης μέρας του χρόνου, πέρυσι κάπου,
κι εμένα να βολτάρω σ’ ένα στενό στο Κουκάκι.
Θυμάμαι πόσο είχα ζηλέψει την πιο μεθυστική του χρόνου μυρωδιά
κι ότι από εκείνη τη νύχτα έβαλα σημάδι να επισκέπτομαι το σπίτι.

Η μυρωδιά απ’ τα ξύσματα πορτοκαλιού,
ανασαίνει από τις καμινάδες των σπιτιών,
και συνοψίζει την πιο άδολη εκβιαστική ανάγκη
να επισκεφθείς την δική σου μαμά και να την ευχαριστήσεις.

Όσο εκνευριστικό κι αν είναι το αγχωτικό παραμιλητό της
να προλάβει όλες τις δουλειές του σπιτιού
πριν τον καινούριο χρόνο.
Όσο κι αν το απρόσωπο των πολυκατοικιών ανατινάζεται
σε ρίχτερ Γοργοπόταμου, από τις ευθείες ερωτηματικές της,
” τι τρως εκει;”, “ντύνεσαι ζεστά;”, “καλά παιδιά αυτά που ξέρεις;”,
“ένσημα σου κολλάνε εκεί;”.
Η θέρμη του πατέρα να σε δει, κι έτσι, χωρίς προσάναμμα,
ν’ ανάβει το τζάκι και να ζεσταίνεται το σπίτι.
Ο κάματός του, να βρει χρόνο να φροντίσει τα ζώα,
να είναι ορειβάτης χωρίς στυλ, αφού οι χριστοπαναγίες
επειδή πάλι χαθήκαν στο βουνό,
τρυπάνε την συνηθισμένη ησυχία του τόπου
και κάνουνε εσένα μαζί με τους Ακρίτες να γελάτε.
Η μοναξιά της γριάς γιαγιάς,
να περιμένεις κάποιον να της σπάσει το χαζοκούτι,
να εμφανιστεί με δώρα και χαρά, με σάρκα κι οστά,
να ζωντανέψει το έρημο της σπίτι.
Τα μάτια κολλημένα στα κεφάτα λαμπάκια του δέντρου,
χωρίς τον φόβο των περαστικών να τα ενοχλήσει,
κι η νοσταλγία του δεκάχρονου καημού,
χωρίς θυμό πια και χωρίς να κρυώνει.

Σημάδια.

(Η φωτογραφία είναι από το παραθύρι της γιαγιάς,
είχανε σταθεί κάτι πουλιά κι εκείνη ‘ξηγούσε τον χειμώνα.)

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΤο δεύτερο θαύμα…
Επόμενο άρθροΜια αγκαλιά από όνειρα
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΑΤΣΑΔΟΥΡΗ
σαρκοφάγα ενεργητικοπαθητική προδιάθεση για αρπαχτές με λέξεις. χωρίς αγκαλιά. ανιάτως πάσχουσα από χρόνιο σεξισμό για την πάρτι τους. εντοσθιώνω ψαχουλευτικά ανθρωπάρια, παπάρια, στιγμές, στυγνές, ψαχουδουλεύοντας χωρίς τακτ οισοφάγους και στομάχια. μεγάλωσα σε χωριό. πιστεύω στο μάτην