Κοινοποιησεις
Η πόλη από μόνη της είναι ανιαρή. Εξόν το βαμβακοκλωστήριο, τα δυάρια όπου κατοικούν οι εργάτες, κάτι λίγες ροδακινιές, μια εκκλησία με δυο χρωματιστά παράθυρα κι έναν κακομοιριασμένο κεντρικό δρόμο καμιά κατοσταριά γυάρδες μακρύ, δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο.
 
Υπάρχει μια βαθύτερη αιτία για το πόσο πολύτιμο ήταν το καφενείο στην πόλη. Και τούτη η βαθύτερη αιτία έχει να κάνει με μια περηφάνια που δεν ήταν ως τα τότε πράγμα συνηθισμένο στα μέρη εκείνα. Για να νιώσεις την περηφάνια αυτή, φτάνει να ΄χεις στο νου σου πόσο φτηνά κοστίζει ο άνθρωπος. Βρίσκει κανείς πάντα πολλούς ανθρώπους συναγμένους σ’ ένα κλωστήριο – μα πράγμα σπάνιο κάθε οικογένεια να ΄χει το φαγί της, τα ρούχα της, και να τα φέρνει βόλτα. Για ν΄αποκτήσεις τα πράγματα που χρειάζονται και σε κρατούν ζωντανό, η ζωή καταντά ένας μακρύς, αβέβαιος αγώνας. Μα η ανθρώπινη ζωή δεν είναι κοστολογημένη. Σου δίνεται τζάμπα και παίρνεται πίσω δίχως να πληρώσεις. Σαν τι ν’ αξίζει άραγες; Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις γύρω σου, φορές-φορές η αξία μοιάζει μηδαμινή ή καμιά. Συχνά, σαν αφού ιδροκόπησες, μόχθησες κι είδες τα πράγματα να μην καλυτερεύουν, έρχεται τότε να σταλάξει μέσα σου η πεποίθηση πως δεν αξίζει φράγκο. 
Εκεί [στο καφενείο] για λίγες ώρες τουλάχιστον, η βαθιά πικρή γνώση πως σε τούτον τον ψεύτικο ντουνιά δεν αξίζεις φράγκο, αποκοιμιόταν.
 
(Από το βιβλίο: Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου |
Μετάφραση: Μένης Κουμανταρέας | Εκδόσεις: Κέδρος, Αθήνα 1969)