Κοινοποιησεις
 
 
Έξι ώρες στην ίδια στάση για λίγα φράγκα.
Κοιλιά θηλές οπίσθια στο φως του παραθύρου,
κι εκείνος στραγγίζει από πάνω μου το χρώμα.
Λίγο πιο δεξιά, Δεσποινίς. Προσπαθήστε να μείνετε ακίνητη.
Η αναπαράσταση μου θα γίνει με κάθε λεπτομέρεια και
θα με κρεμάσουν στα μεγάλα μουσεία.
Οι μπουρζουάδες θα μουρμουρίζουν σκανδαλισμένοι
μπροστά στο είδωλο μιας πόρνης του ποταμού.
Αυτό εκείνοι το ονομάζουν Τέχνη.
Ίσως να είναι κι έτσι.
Τον απασχολεί ο όγκος, ο χώρος.
Εμένα το επόμενο γεύμα.
Αδυνατίσατε, Δεσποινίς, κι αυτό δεν είναι καλό.
Το στήθος μου κρέμασε ελαφρώς, το στούντιο είναι κρύο.
Στα φύλλα του τσαγιού μπορώ να διακρίνω τη Βασίλισσα της
Αγγλίας να καρφώνει το βλέμμα της στο σχήμα του κορμιού μου.
Θεσπέσιο, ψιθυρίζει, καθώς προχωρά.
Αυτό με κάνει να γελώ.
Το όνομά του είναι Georges.
Μου λένε είναι μεγαλοφυΐα.
Υπάρχουν στιγμές που δεν συγκεντρώνεται
και γίνεται σκληρός όταν λέω ότι κρυώνω.
Με κατέχει πάνω στον καμβά καθώς βυθίζει κάθε τόσο
το πινέλο του στο χρώμα.
Αγοράκι μου, τα δικά σου τα λεφτά δε φτάνουν για
τις τέχνες που πουλώ.
Και οι δυο μας φτωχοί, τα βολεύουμε κάθε φορά
όπως μπορούμε.
Τον ρωτώ Γιατί το κάνεις αυτό;
Γιατί πρέπει. Δεν έχω επιλογή. Μη μιλάτε.
Το χαμόγελό μου τον κάνει να τα χάνει.
Αυτοί οι καλλιτέχνες
παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά.
Τη νύχτα γεμίζω τα κενά μου
με κρασί και χορό τριγύρω στα μπαρ.
Μόλις το έργο είναι τελειωμένο
μου το δείχνει με καμάρι, ανάβει τσιγάρο.
Λέω Δώδεκα φράγκα και πιάσε το σάλι μου.
Αυτό το πράγμα δεν είμαι εγώ.