Κοινοποιησεις

Μια μέρα στην αυλή της φυλακής, η γκρίζα γάτα μας κυνηγούσε ανέμελα
ένα πουλί καθισμένο στην περιφραγμένη με συρματόπλεγμα οροφή.
Γλιστρώντας ανάμεσα στο κοίλωμα του αιχμηρού μετάλλου έστηνε την ενέδρα της
μέχρι που γαντζώθηκε το πόδι της και σταμάτησε.
Τρέμοντας το πατουσάκι κόπηκε, η πληγή ανοιχτή, ωμή
κομμένος μυς και λευκή γούνα πάνω στο κοφτερό μέταλλο και η πληγή ως το κόκαλο.
Αίμα και κλάμα
και το πουλί ξεχασμένο είχε φύγει
Της πήρε ένα ολόκληρο καλοκαίρι να αναρρώσει κι αναρωτιόμασταν όλοι
εάν οι θρυλικές ζωές της είχαν ήδη σβήσει
Όμως έζησε κι ακόμα κοιμάται κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού αυτές τις μέρες
ακούγοντας το ραδιόφωνο τα πρωινά στο κελί μου
με το αυτί στον άνεμο και την ηχώ της άγριας ζωής έξω
Παντού τοίχοι και συρματόπλεγμα σαν πλησιάζει η μακρινή θύελλα
απ’ τα ποτάμια της προσφυγιάς, τις εν κινήσει μάζες
Κάθε άνθρωπος δραπετεύει αφήνοντας πίσω του τα χειρότερα
Παντού υπάρχει πόλεμος
Κι αυτά τα λίγα πλούσια έθνη σταυρώνουν τα χέρια και κλειδώνουν τις πόρτες,
πετάνε δακρυγόνα, κανόνια νερού και υψώνουν κι άλλα τείχη
και δεν μπορώ παρά ν’ αναρωτιέμαι
όσο οι χιλιάδες προχωρούν μπροστά την κάθε μέρα
ποιός θα κοπεί και ποιού το αίμα θα στάξει
και ποιος θα ‘ναι αυτός που σαν καταφέρει να ξεφύγει
Θα ζήσει να βρει κάποτε ξανά τον ήλιο
κάπου…

(Ποίημα του αναρχικού κρατουμένου Μάριους Μέησον
για τους πρόσφυγες –Mετάφραση: BlackCat)