Κοινοποιησεις

Η μεγάλη μου αδελφή σαπουνίζεται ανάμεσα στα πόδια,
τα μαλλιά της μια προσευχή από μπούκλες.
Στην ηλικία μου, έκλεψε τον άντρα της γειτόνισσας,
έκαψε τ’ όνομά του μες στο δέρμα της.
Μύριζε για βδομάδες φτηνή κολόνια
και σάρκα που πεθαίνει.

Είναι 4 το πρωί και μου κλείνει το μάτι,
σκύβει στο νεροχύτη πάνω,
το μικρό στήθος της μελανιασμένο απ’ το ρούφηγμα.
Γελάει, σπάει την τσιχλόφουσκά της πριν μου πει
τ’ αγόρια είν’ αμαρτωλά,
αυτό μην το ξεχνάς ποτέ
.

Μερικά βράδια την ακούω στο δωμάτιό της να ουρλιάζει.
Παίζουμε Σούρα Αλ-Μπακάρα για να την καλύπτουμε.
Ό,τι πετάγεται απ’ το στόμα της
ακούγεται σαν σεξ.
Η μάνα μας της απαγόρευσε
να λέει τον Θεό με τ’ όνομά του.