Κοινοποιησεις

Είδα τα φλουριά την άνοιξη. Είδα τα φλουριά στον οχετό.
Απόλαυσα την παρέα με τις σβηστές λαμπάδες,
και τον βλακάκο που σέρναν πλάι τους.
Απόλαυσα το κουμπαρλίκι της κόλασης.

Είδα, και είδα ξανά. Εκοίταξα. Μυρίστηκα. Έπαιξα με τα παιδιά. Συλλογίστηκα με τους νέους. Έπαιξα ύστερα με τα παιδιά.

Είδα, ξανακοίταξα. Αναρωτήθηκα αν ο χαμός μου έχει άγγελο.
Αν το μέτρημα των λεπτών έχει διαβάτη.
Αν σήμερα φοράς άσπρες κάλτσες.
Αν ευωδιάζεις όπως χθες ή αν ευωδιάζεις όπως αύριο.

Αν ξεχειλώθηκε η σαμπρέλα που ανασύραμε στην παραλία
μιαν αυγή κρύα και ταπεινή σαν χάρτη του σήμερα
του σήμερα του πάντα – αύριο και των απόκληρων του χθες
που μας απόρησαν – μας έστησαν καρφωμένους στο διάσελο
(όπου διάσελο βλέπε σκληρό και ατάραχο σταυροδρόμι απύθμενο σαν αυτό)
μας έφεραν σ’ εκείνες τις ταϊβανέζικες οδούς και τριόδους που κόσμος
σαν αυτόν ποτέ πριν δεν γνώρισε και μονάχα εμείς, εμείς
τα κουραφέξαλα εμείς τα κουλουβάχατα από πορφύρα και από ανθηρό άνηθο εμείς κάψαμε τα γαϊδουράγκαθα και τα ξαναχτίσαμε χρυσές λίμνες της Αλταμίρας
στην τριχωτή φουρκέτα της μουσικής μας.

Το θανατάκι το ‘ξερα απ’ τη βαλίτσα μου,
εκείνη που μου ‘δινε η μαμά για τα ψώνια.
Το παράτησα στη λαϊκή αγορά όπου τρώνε τα πάντα
το ξημέρωμα οι σκύλοι.