Κοινοποιησεις

Επιτέλους, έφθασαν οι κήρυκες και είπαν: οι βάρβαροι έρχονται.
Στην πόλη ετοιμάζονται να τους υποδεχθούν:
Ενθουσιασμένοι οι νέοι ήδη φωνάζουν τα ονόματά τους και σπεύδουν να δοξολογήσουν νέους θεούς.
Δεν λένε οι ποιητές ότι οι βάρβαροι είναι μια κάποια λύση;

Τώρα γράφουν ποιήματα εγκωμιαστικά γι’ αυτούς και περιμένουν τη μέρα που θα τα διαβάζουν μεγαλόφωνα ενώ κατάπληκτοι οι βάρβαροι (κι ένοπλοι) θα χειροκροτούν και θα τ’ αποστηθίζουν.
Βλέπουν κιόλας τα ποιήματά τους με μεγάλα γράμματα γραμμένα
κι αναρτημένα στις προσόψεις των ναών,
απ’ όπου θα διώξουν τις εξασθενημένες θεότητες,
βλέπουν τις βιβλιοθήκες ολόγεμες με τα βιβλία τους,
απ’ τα οποία θ’αφαιρέσουν τις ιστορίες που σε κανένα πια τίποτε
δεν λένε.

Αλλά δεν γνωρίζουν οι ποιητές ότι πρώτοι αυτοί θα κρεμαστούν
στην αγορά,
μαζί με τους νέους που έτρεξαν για ν’ ανοίξουν τις πύλες και να μπάσουν στην πόλη εκείνους που με τόση επιθυμία τους
περίμεναν.
Γιατί οι βάρβαροι είναι βάρβαροι και δεν είναι καμία λύση.

(Μετάφραση: Νίκος Τσιτσιμελής)