Κοινοποιησεις

Πριν από δέκα χρόνια, ο καλός μου φίλος Σέημουρ Γουάιζ από το Λονδίνο πέρασε σαν μαχαίρι το δάχτυλο πάνω στο λαιμό του και μου είπε: «Η τζαζ αυτοκτόνησε».
Δεν μπορούσα να μην πάρω τη δήλωση του στα σοβαρά, γιατί μόλις το 1941 ο ίδιος, με τη δική μου βοήθεια, είχε γράψει ένα άρθρο με τίτλο «Ο Λέστερ Γιανγκ είναι δέκα χρόνια μπροστά από την εποχή του», και το οποίο είχαμε στείλει στον Μπάρρυ Ουλάνοφ του περιοδικού Metronome, απ’ όπου δεν πήραμε ποτέ απάντηση, ούτε μας επέστρεψαν το χειρόγραφο.
Νομίζω, όμως, ότι ακόμη και ο Σέημουρ θα αντιλαμβάνεται ότι η τζαζ σήμερα δεν έχει πεθάνει ακόμα.


Όταν έφυγε από την Αμερική το 1951, είχε προσθέσει: «Όμως ο Τσάρλυ Πάρκερ προσπαθεί να κάνει κάτι ακατόρθωτο». Νομίζω ότι η πρώτη καινοτομία από την εποχή του Τσάρλυ Πάρκερ έγινε από τον Ορνέτ Κόλμαν και τον Ντόναλντ Τσέρυ με την μικρή του κορνέτα, και πως αυτοί είναι που θα ανοίξουν τον δρόμο, όπως τον είχε ανοίξει κάποτε ο Τσάρλυ Πάρκερ, για μια νέα εποχή της τζαζ.
Άλλο ένα σημάδι αναζωπύρωσης της τζαζ είναι η παρουσία εκατοντάδων μεγάλων σολίστ για να εφαρμόσουν τις νέες μουσικές φράσεις και αρμονίες. Να μερικά μόνο ονόματα παλιά και καινούργια, μία παρέλαση σπουδαίων ισχυρών φωνών που θα αναδείξουν το Νέο Κύμα της τζαζ. Φαντάσου και μόνο τους μπασίστες: ξεκινώντας με τους καθιερωμένους μεγάλους, όπως ο Πέρσι Χηθ, ο Όσκαρ Πέττιφορντ, ο Τόμμυ Πόττερ και ο Ρέη Μπράουν έχουμε πλέον ένα νέο κύμα από γνωστούς και άγνωστους μπασίστες, όπως ο Νταγκ Γουότκινς, ο Πωλ Τσέημπερς, ο Σαμ Τζόουνς, ο Τσάρλυ Χέηντεν (του συγκροτήματος του Ορνέτ) (μπασίστας του μέλλοντος), ο Έντι Τζόουνς, ο Τζόννυ Ορ, ο Χέρμπι Λιούις (νεαρό παιδί), ο Σπάνκι Ντε Μπρεστ, ο Γουίλμπουρ Λιτλ, ο Κήτερ Μπετς, ο Τζορτζ Τάκερ, ο Κουίνσι Τζόουνς, ο Μίνγκους και όλη η παρέα των μπασιστών του πιο ήπιου στυλ, σαν τον Ντέηβ Μπαίηλυ, τον Γκάρυ Πήκοκ, τον Ντη Ράιλι, τον Αμπντούλ Μαλίκ, τον Νόμπι Τότα, τον Λη Ρόι Βίνεγκαρ και τον Φρεντ Κατζ που παίζει τσέλο, κι ένα σωρό άλλους. Στην τρομπέτα: αρχίζουμε με τον Μάιλς, τον Ντιζ, τον Ντόναλντ Μπερντ και τον Νατ Άντερλι, μετά πάμε κατευθείαν στον αναγεννημένο Κλαρκ Τέρρυ, τον γλυκό Θαντ Τζόουνς, τον Μπιλ Χάρντμαν (που παίζει στο ύφος του Ορνέτ τώρα), τον Τσόνσι Άνταμς από το Σεντ Λούις, τον Μπόστον Τζο Γκόρντον, τον Ρίτσι Ουίλλιαμς, τον Ντίζυ Ριζ, τον υπέροχο τε¬χνίτη Μπούκερ Λιτλ, τον Ντεπρί Μπόλτον (άλλο ένα νεαρό παιδί) και όλους εκείνους από τη φάση της Δυτικής Ακτής ή του «Σοφτ Γκρουβ», τρομπέτες σαν τον Τζακ Σέλντον, τον Αρτ Φάρμερ, τον Τόννυ Φρουσκέλα, τον Τζον Έρντλι, τον Ντίκι Μιλς, τον Τσετ Μπαίηκερ (που ήταν ο καλύτερος και που μπορεί ακόμη να είναι). Εννοώ στο παίξιμο πιο «απαλών φράσεων».


Από ανάγκη, αυτή η στήλη πρέπει να περιλαμβάνει κυρίως ονόματα. Ας πάρουμε το πιάνο: ο υπέροχος Θελόνιους Μονκ, με το πέρασμα της ιστορίας, ίσως αποδειχθεί ένας από τους σπουδαιότερους συνθέτες που έζησαν ποτέ, αμιγώς στη μουσική, και τον ακολούθησαν ο Χόρας Σίλβερ, ο Μπαντ Πάουελ (που πρόσφατα ξεκίνησε καριέρα στο Παρίσι) και ο Λέννι Τριστάνο, που βρίσκεται σε χειμερία νάρκη, αλλά μπορεί από ώρα σε ώρα να ξυπνήσει βομβαρδίζοντάς μας με ένα «νέο πιάνο». Πίσω από τους γίγαντες ακολουθεί μία στρατιά νεοφερμένων που παίζει με ένα «ψηλαφητό» στυλ που ραγίζει την καρδιά κάθε λάτρη της τζαζ: ο Τζούνιορ Μανζ, ο Τόμμυ Φλάναγκαν, ο Ντιουκ Πήρσον, ο Μπάρυ Χάρις και εκείνος ο Ρας Φρήμαν που σουινγκάρει υπέροχα […]
έχεις μια σειρά από καταπληκτικούς ντράμερ, ξεκινώντας, φυσικά, από τον Αρτ Μπλάκι και τον Φίλι Τζο και τον Μαξ Ρόουτς, που είναι ίσως ο καλύτερος, μα πρέπει να υπολογίζεις και τον Έλβιν Τζόουνς, τον Λεξ Χάμφρεϊς, τον Ρόι Μπρουκ, τον Μπίλλυ Χίγκινς (αυθεντικός στοχαστής), τον γερο-Κέννι Κλαρκ, υπέροχος όπως πάντα, τον Σάντοου Ουίλσον, τον Όσι Τζόνσον, τον Κόννι Κέη, τον Λουις Χέης, τον Τσίκο Χάμιλτον, τον Ρούφους Τζόουνς, και νεότερους, σαν τον Φρανκ Μπάτλερ και τον Άλμπερτ Χηθ και τον Αλ Χέργουντ.
Ο Ρόι Χέινς και ο Σέλλυ Μέην δεν πρόκειται να αλλάξουν ποτέ. Κιθαρίστες που παίζουν όμορφα σόλο: ο Κέννι Μπαρέλ, ο Ουές Μοντγκόμερυ, ο Μπίλλυ Μπην, ο Κάρσον Σμιθ, ο Τζόννυ Σμιθ, και ο γερο-Μπίλι Μπάουερ, που ακόμη ονειρεύεται πάνω από τις χορδές του. Σαξοφωνίστες στο άλτο που παίζουν πιο γρήγορα και πιο καλά από ποτέ: ο Ορνέτ Κόλμαν, που μπορεί να παίξει ακριβώς σαν τον Πάρκερ, αν το θελήσει, μα βρίσκεται χρόνια μπροστά σ’ ένα καινούργιο όραμα, ο Κάνονμπολ Άντερλι, που ακόμη ωριμάζει, πίσω απ’ αυτούς ωραίοι νέοι αλτίστες, όπως ο Σόννυ Ρεντ από το Ντητρόιτ, ο Τζον Χάντι ο τρίτος, Ο Τζάκυ ΜακΛην, ο Τσάρλυ Μαριάνο και ο Αλ ΜακΚιούζικ – και ξεχνάω πολλούς ακόμη πέρα από τον Λου Ντόναλντσον, τον Λη Κόνιτζ (που με ενέπνευσε το 1951 «να γράψω όπως εκείνος έπαιζε»), τον υπέροχο Τζι Τζι Γκράις και, φυσικά, τον Αρτ Πέππερ, τον Μπαντ Σανκ και όλους εκείνους τους τενορίστες, σαν τον Ζουτ Σιμς ή τον Σόννυ Στητ που μπορεί να παίξει το ίδιο καλά και στο άλτο.

Το τενόρο είναι το αγαπημένο μου όργανο και οι σύγχρονοι τενορίστες είναι καλύτεροι από ποτέ: αρχίζουμε με τον Τζον Κολτρέην, τον οποίο θα τον ονόμαζα πραγματικό «άγιο» της μουσικής, που αντιλαμβάνομαι ότι δεν περνάει μέρα δίχως να παίζει για το κοινό ή για τον ίδιο, και την υπέροχη «επιστροφή» του Σόννυ Στητ που ήταν φιλαράκι του Πάρκερ και, κα¬θώς φαίνεται, είχε χαθεί για λίγο (ακούστε τον στο «Nevertheless», θα σας ραγίσει την καρδιά) – και τον Σόννυ Ρόλλινς, τους ακατανίκητους Τζόννυ Γκρήφιν, Χανκ Μόμπλεϋ, και έναν τενορίστα που πιστεύω πως τον έχουν υποτιμήσει, τον Φρανκ Φόστερ. […]
Οι μεγάλες ορχήστρες του Νέου Κύματος που συνεχίζουν να δημιουργούνται: μου αρέσει η μεγάλη ορχήστρα για στούντιο του Μπιλ Μπρέγκμαν, του Γκιλ Έβανς, του Λες Μπράουν και, βεβαίως, του Κάουντ Μπέιζι, και η νέα ορχήστρα του Ντιουκ Έλλινγκτον που βγαίνει ξανά στο προσκήνιο (άκουσε το «Hey Little Girl»). Στο τρομπόνι έχουμε τον Κέρτις Φούλερ, που παίζει πολύ γρήγορα και, επίσης, τον Πι Γούι Μουρ, τον Τζέι Τζέι Τζόνσον, τον Κάι Γουίντιγκ, τον Τζίμμυ Νέπερ και τον Τζίμμυ Κλήβελαντ. Ακόμη και φλαουτίστες ξεσπούν: ο Τζέρομ Ρίτσαρντσον, ο Πωλ Χορν, ο Χέρμπυ Μαν, και υπάρχει κι ένας παίκτης του ακορντεόν που τον λένε Αίον Σας, ο οποίος μου θυμίζει αυτό που θα έπρεπε να περιμένουμε πριν από καιρό από αυτό το όργανο.

Έτσι, λοιπόν, φαντάζομαι τον Σέημουρ βυθισμένο σε μια αναπαυτική πολυθρόνα στην Αγγλία, την ώρα που ο γέρικος χαμηλωμένος ήλιος σέρνεται αργά πάνω στις στέγες του Λονδίνου, να ακούει τους αμερικανικούς δίσκους του της νέας τζαζ, ακίνητος, να ακούει να ακούει, να συνειδητοποιεί πως η τζαζ δεν είναι διόλου νεκρή. Για χαρά, Σέημουρ!