Κοινοποιησεις

 

Εκείνη τη μέρα έτρεχα
και σκόνταψα πάνω σε ψάρια
που σπαρταρούσαν
σε ρωγμές πεζοδρομίων
κει κοντά
π’ αντίκρυσα πρώτη φορά
το τέλος μας
παραλυμένο κι ανεμπόδιστο

Φαντάσου με
μετά από καιρό
να πίνω καφέ
διαβάζοντας τα νέα
σε κάποιο διαμέρισμα
Φαντάσου με
Σε κάποιο καρέ

Η σ’ένα μπαλκόνι ξένο
όχι αυτό του σπιτιού μου
σ’ένα άλλο
γεμάτο φυτά που δεν τα βλέπει ήλιος
λυγισμένα από τη δυστοπία
και γω να κρέμομαι μισή
και χαμογελαστή
στα κάγκελα
κοιτώντας περαστικούς ιθαγενείς
και να φωνάζω
«φυγέτε, η πόλη αυτή τα τρώει όλα»

Εγώ θα σε φαντάζομαι
πάντα
φρικαλέα ζωντανή
να στέκεσαι ελεύθερη

σε κάποια στέπα
ή ίσως
σε τεράστιες πόλεις
να ψάχνεις ό,τι έψαχνες
κοιτάζοντας στα τζάμια
μήπως και πιάσεις τη σκιά σου

Μπορεί να σε σκεφτώ
να γελάς υστερικά
μέχρι το γέλιο σου να σπάσει τα αυτιά μου
σε μικρά κομμάτια απορίας
και ερωτήσεων πολλών
που θ’αντηχούν
εις τους αιώνας
των αιώνων.

Εγώ σου φωνάζω
«φύγε, η πόλη αυτή τα τρώει όλα»
Και συ μου γνέφεις «εντάξει»
κοιτώντας με
γεμάτη λήθη
γεμάτη μοιραία απόφαση
και μοιραία σωστά
και μοιραία λάθη

Ίσως απλά
έπρεπε να ξεριζώσουμε
τα σαρκοφάγα φυτά
από το μπαλκόνι