Κοινοποιησεις

Ιδρώνουν τα καλοκαίρια.
Γλιστράνε πολύ όπως το σαπούνι με το οποίο σου πλένω τα χέρια.
Όλο γλιστράει μέσα απ’τα δάχτυλά μας – είναι φτιαγμένο
από δέρμα ψαριού. Κάνω να το πιάσω
με ένα αγκίστρι αλλά πιάνω καταλάθος τα μαλλιά μου.
Αγκιλώθηκα στο νιπτήρα, τα μάτια μου κόντρα με τις σαπουνάδες και
τις τρίχες σου κουβαριασμένες στο σιφώνι.
Ο ιδρώτας πέφτει σα να ταν το μέτωπό μου μία βρύση αγωνίας.
Ένας άντρας μου ξεμπλέκει τα μαλλιά.
Η Άννα σου φτιάχνει καφέ στην κουζίνα όσο εγώ προσπαθώ
να πιάσω το σαπούνι με τα δόντια μου.
Οι τρίχες σου, σα κισσός, ανθίζουν και μπαίνουν στην
καρδιά μου καθώς με ρωτάς απορημένη:
«Γίνεται να ελέγξεις το σώμα σου στην ανάμνηση μου;».
Θέλω να σου δώσω ένα εισιτήριο για Ταϊλάνδη και ένα
χαρτάκι με τ’όνομα μου να το ράψεις πάνω στη ράχη σου.
Αλλά δε μ’αφήνουν τα μαλλιά σου.