Κοινοποιησεις
 
Κοντά στα όπλα σας, άνθρωποι αδυσώπητοι
Κοντά στους αετούς σας που τους μάθατε να σπαράζουν πνευμόνια
 
Στον όποιο φλόγες φέροντα, ανήκει ο ίσκιος μου ανάμεσα στις σκυφτές
βουνοκορφές,
Προσεκτικά ατενίζοντας την πόλη τη δεμένη με χειροπέδες άρτου.
 
Αλλά σας λέω: κι αν ακόμη ψάχνατε μέσα μου έως τα πιο βαθιά μου
σπλάχνα,
Όπως θα έσπαγε κανείς ένα βιολί για να βρει μέσα του τη μελωδία
Ή έναν καθρέφτη που στο βάθος του θα’ θελε να ξεδιαλύνει τις εικόνες
Τ’ όραμα που κουβαλάω εντός μου δεν πρόκειται να το φθάσετε.
 
Μέσ’ απ’ το πρωινό που ανοίγει μια φλέβα του
Με την ομίχλη σωρευμένη σε γυάλινα σωληνάρια,
Με την ψυχή που μέσ’ στη σάρκα, σαν σε ζουρλομανδύα,
Χτυπιέται, γδέρνει, θέλει να απελευθερωθεί,
 
Κι εσείς να δαγκώνετε το χιόνι και να δαγκώνεστε μεταξύ σας
Σαν τα σκυλιά ζευγμένα στο έλκηθρο που ανεβαίνει προς ποια
χιονοθύελλα;
Δήμιοι ή αδέρφια, δέστε με, βαδίζω ανάμεσά σας,
Χωρίς να ξέρω τι θα μου καρφώσετε στην πλάτη: ένα μαχαίρι ή
μια φτερούγα.