Κοινοποιησεις
 
Είναι κάτι νύχτες σιωπηλές σαν φίδια
που χορεύουν πεντοζάλι οι καρωτίδες
και τα μάτια φουσκώνουν ποτάμια πυρκαγιάς.
Θολωμένο τοπίο, γυρίζει ο χρόνος
και στην ύστατη πληγή του ο Πιθάρο
το δάχτυλο βουτά.
Σέρνουν αμαξοστοιχίες από σύννεφα,
λυσσασμένα σκυλιά κι ο ουρανός σχηματίζει
με νεύματα το πτώμα του Μπολιβάρ.
Πεινασμένος γίγαντας ο δρόμος,
καταπίνει τον άνεμο
και θρέφει με το χτικιό του Μπατίστα,
εκείνη και την άλλη γενιά.
Γαντζώνει σαν ψαράς που πενθεί, ο ουρανός το σκοτάδι
και περνά στους Σαντινίστας τη θηλιά.
Ξημερώνει με κραυγές και καταιγίδες
βγαίνουν τα νύχια σειρά.
Βουτά ο Πινοσέτ στο νερό το μαχαίρι
και αίμα αναβλύζει ξανά.
Ξυπνά στο ψωμί και στ’ αλάτι ο Χίτλερ
και μαζί του ξυπνά στην Ευρώπη
του μίσους φωτιά.
Είναι κάτι χρόνια που ανοίγω τα μάτια,
γυρνώ τη σελίδα
κι ο Μάρκος « Όλα για όλους»
απ’ τις Τσιάπας φωνάζει
χαϊδεύει μια σφαίρα και χαιρετά.
Χαμηλώνουν τ’ αστέρια 26 Ιούλη,
οπλίζει ο Γκεβάρα με γέλιο τον Άδη,
καρφώνει το χώμα και με κοιτά.
Πέφτουν τ’ αστέρια σε σχήμα αλόγου
κι ο Άρης φωνάζει
«Εδώ κανείς δεν προσκυνά».
Υψώνουμε μαύρη σημαία
κι ο Χρόνης με τρεις του αράδες
μας βάζει στη μάχη ξανά.
Κλείνω τον δρόμο,
στήνουμε ενέδρα,
οι άτακτοι δίπλα μου,
σαν των βουνών
τη γροθιά.
Ανοίγω τα μάτια.
Δε σας φοβάμαι.
Φαντασμάτων αγρύπνια
και στο χέρι μελάνι,
όσο στον κόσμο
υπάρχουν χτικιά.
.
(Από τη συλλογή: Ό,τι επέζησε από τη φωνή μας | Εκδόσεις: ΣΥΜΕΩΝ)