Κοινοποιησεις

Τα ακροδάχτυλά της πετούσαν πάνω στα πλήκτρα.
Γράμματα, λέξεις, φράσεις και μετά μπακσπέις και ξανά από την αρχή.
Μερικές φορές καθώς πληκτρολογούσε αισθανόταν σαν πιανίστας, μόνο που οι ήχοι
στο πληκτρολόγιο ήταν δυσανάλογα άχαροι και απολύτως διακριτικοί μέσα στην φτώχια τους.
Αλλά αυτό δεν είχε καμία σχέση με το πώς εκείνη αισθανόταν.

Οι ήχοι, -σκεφτείτε το-, οι ήχοι δεν σβήνονται αλλά και δεν διαρκούν.
Οι φράσεις σβήνονται αλλά αν δεν σβηστούν παραμένουν για όσο και όποτε θες εκεί να επιστρέψεις.
Τέτοια είναι η λογοτεχνία κι ο ίσως πιο εξασκημένος στο γράψε-σβήσε: ο ποιητής.
Επ, εσύ τι κορδώνεσαι; ο ποιητής λέω.

Τον είδατε τώρα πως στραβοκοιτά;
Είναι έτοιμος να αρχίσει τις θεωρίες, τις διδαχές, τις αντιπαραθέσεις, να ορίσει τα ζητούμενα
και ιδίως το πλαίσιο που κινούνται τα θέματα, οι μορφές, τα συναισθήματα, οι ήχοι και οι γνώσεις.
Θα γράψει πολλά, θα πει περισσότερα, θα φιλονικεί ακόμα και με τον ίδιο του τον εαυτό, θα γίνει κριτής
και κατακριτής, κριτικός και θα διεκδικήσεις το άκριτο, επιθυμώντας σε κάθε βήμα του την ολοκλήρωση της θεωρίας της Άνοιξης.

Και θα τον διαβάζει ο κόσμος, και δεν θα τον καταλαβαίνει ο κόσμος, και θα προσπαθήσουν
να τον ακολουθήσουν οι νέοι της γραφής, και δεν θα καταφέρνουν τίποτα οι νέοι της γραφής,
διότι μέσα σε όλα αυτά θα βρίσκουν τα παγερά σημάδια του χειμώνα, ενός ανελέητου χειμώνα.
Θα είναι η βαρυχειμωνιά της θεωρίας της Άνοιξης.

Μα εκείνη αγαπά την Άνοιξη, κι εσείς -γνωρίζει καλά- ότι την αγαπάτε, ακόμα και μέσα στην παγωμένη θεωρία της.
Χρόνια και χρόνια κρυώνει. Χρόνια και χρόνια αναζητεί, κι είπε, έτσι μήπως και νιώσει λίγο πιο ζεστά,
ν’ αφήσει στην άκρη τις θεωρίες, όχι αυτές που διδάχτηκε, αυτές δεν γίνεται, αλλά εκείνες
που θα μπορούσε να δημιουργήσει, κι αντί αυτών να σκάβει κάθε τόσο λίγους λάκκους εδώ λίγους λάκκους πιο κει
με τα ακροδάχτυλα και να φυτεύει γράμματα σαν σπόρους που θ’ ανθίσουν Άνοιξη, που θα τη διαμορφώσουν.

Γι’ αυτό, γράφει, σβήνει και ξαναγράφει, αμίλητη, στην πράξη μιας δικής της θεωρίας, της θεωρίας της αγάπης της Άνοιξης.