Κοινοποιησεις
 
Μαμά δεν γράφω πια.
Τις μέρες φοβάμαι και τα βράδια σαλεύω
Οι λέξεις τελειώνουν. Οι μέρες μικραίνουν.
 
Ένα δωμάτιο σκοτεινό, με ζωγραφιές κεντημένο.
Πράσινη υγρασία και ξερά κλαδιά.
Λιωμένα σίδερα, σπασμένες πόρτες, αγκαλιές άδειες
Κάνει κρύο εδώ μέσα.
Εμείς καθόμαστε στοιβαγμένοι. Κουρασμένοι. Μόνοι.
Με τα χέρια στην πλάτη και το όπλο στον κρόταφο.
Ένα δεν ξέρω μουδιάζει το στόμα. Ούτε σάλιο. Μόνο υγρασία.
Αυτή η γαμημένη υγρασία, που τρυπάει και κόκαλα.
Μαμά, δεν γράφω πια.
Κρυώνω, κλαίω, ιδρώνω αλλά δεν γράφω πια.
Μαμά δεν ελπίζω πια.
Δεν ξέρω πως και γιατί να το κάνω.
Πονάω, χτυπιέμαι, ουρλιάζω, πονάω,
πονάω, πονάω αλλά δεν ελπίζω πια.
Δεν ελπίζω.
Δεν γράφω πια, αυτό, το ξέρω.
Πρέπει να βρω τα τετράδιά μου.
Κάπου εδώ θα είναι.
Πίσω από εκείνο το φράχτη τα είδα τελευταία φορά.
Τόσα φεγγάρια, τόσα παραμύθια, τραγούδια,
λουλούδια, μυρωδιές και πάθη και ελπίδες και λάθη
και πάλι λάθη και αγάπες και φιλιά και
φιλιά και λάθη και λουλούδια και αγάπες .
Γιατί μαμά;
Γιατί μαμά δεν γράφω πια;
Κι αυτό το φεγγάρι, εκεί ψηλά,
σου μοιάζει τόσο πολύ.
Τόσο, που πολλές φορές νομίζω πως είσαι εσύ,
πως δεν μου μιλά εκείνο αλλά εσύ.
Εσύ, που σήμερα, εσύ, αυτή τη βραδιά,
μου υποσχέθηκες, εσύ, πως θα είναι η τελευταία.
Μετά μου έδωσες τα τετράδια μου, μου χάρισες ένα μολύβι
και μου είπες πως είναι η τελευταία. Και με αποχαιρέτησες.
Η τελευταία φορά. Και έφυγες.
Η τελευταία φορά που πεθαίνω.

.
(Photo by #Christosdiamantis)

Προηγούμενο άρθροΧάρης Βλαβιανός | Αναμνήσεις
Επόμενο άρθροΕ. Μύρων | Insomnia παρὰ κάτι
ΝΑΓΙΑ ΞΕΝΑΚΗ
Μεγάλωσα στην επαρχία ,εν πλω, σε ένα νησί. Δεν έχω γεννηθεί ακόμα και δεν είμαι σίγουρη για τον αν έχω πεθάνει ως τώρα. Υπάρχω με την αμφισβήτηση , το δείλι , την μουσική και την ηδονή των λέξεων . Σιχαίνομαι την ομοιομορφία . Είμαι ερωτευμένη με κάθε αντίφαση . Για να σε συμπαθήσω αρκεί να έχεις συναισθήματα διπολικού και την ικανότητα να μπορείς να τα ελέγχεις χωρίς να τα σκοτώνεις . Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω ένα τριαντάφυλλο δίπλα σε ένα άδειο μπουκάλι κρασί.